
default

default
Σάββατο βράδυ. Παρέα με τον Μιχάλη περιμένουμε να ξεκινήσει η παράσταση. Πρώτη φορά που βλέπει το αρχαίο θέατρο, πρώτη που βλέπει και παράσταση σε αυτό. Αυτό το λες και μέγιστη τύχη και ανέλπιστο συγχωροχάρτι στην τόση καθυστέρηση να ξεκινάει την “νέα ζωή” με κάτι τέτοιο. Καθώς σκοτεινιάζει και όλοι κάθονται στις θέσεις τους, υπουργοί, πρωθυπουργοί, ξένοι και γείτονες, πρωτευουσιάνοι και μόνιμοι της περιοχής, πάνω από τα μεγαλειώδη σκηνικά- ποτέ δεν έχω δει την σκηνή της Επιδαύρου τόσο «γεμάτη»- τα πρώτα αστέρια αρχίζουν να εμφανίζονται. Εύκολο να σκεφτείς αμέσως πως αυτό που βρίσκεται μπροστά σου ξεπερνά την έννοια της αναβίωσης. Η λέξη άλλωστε αδικεί το γεγονός. Αναβίωση είναι κάτι που επιστρέφει από το παρελθόν. Εδώ όμως το παρελθόν δεν επέστρεψε. Ήταν ήδη εδώ.
Κοιτάω γύρω μου τους χιλιάδες θεατές που έχουν γεμίσει το θέατρο. Δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Άλλοι γνωρίζουν την ιστορία της παραγωγής του 1961. Άλλοι όχι. Άλλοι έχουν έρθει για την όπερα. Άλλοι για την Επίδαυρο. Κι όμως, για λίγες ώρες όλοι παρακολουθούμε την ίδια ιστορία κάτω από τον ίδιο ουρανό. Θυμάμαι ένα μεσημεριανό κυριακάτικο τραπέζι πριν μήνες. Η μητέρα της Ελένης θα μου έλεγε πάνω σε μια τυχαία συζήτηση πως στην εφηβεία της, κάπου εκεί ανάμεσα στις τάξεις του Γυμνασίου στο Ναύπλιο, είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει στην Επίδαυρο και να δουλέψει ως ταξιθέτρια στην ιστορική εκείνη παράσταση- η πληρωμή της ήταν η δυνατότητα να δει από κοντά μια μεγάλη ερμηνεία σε ένα απίθανο θέατρο. Ζήλεψα αυτή τη ανάμνηση. Και την εμφανή συγκίνηση που είδα στα μάτια της.
Το 1961, η σκηνοθετική υπογραφή του Αλέξη Μινωτή, η εικαστική δύναμη του Γιάννη Τσαρούχη στα σκηνικά και τα κοστούμια και η χορογραφική ματιά της Μαρίας Χορς δημιούργησαν μια παραγωγή που γράφτηκε στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Μια παραγωγή που έβαλε την Ελλάδα στο κέντρο της διεθνούς λυρικής σκηνής και συνέδεσε για πάντα το όνομα της Κάλλας με έναν από τους πιο απαιτητικούς ρόλους του παγκόσμιου ρεπερτορίου.


Διακρίνω πάνω από τα τείχη των ακροπόλεων του σκηνικού, σε ευθεία, τα δέντρα που κάθε φορά που έρχομαι στο αρχαίο θέατρο υποδέχονται τις πρώτες μου ματιές. Θυμάμαι, υπάρχει μια φωτογραφία, διασωσμένη, από την πρώτη εκείνη εμφάνιση, που διακρίνονται – δεν μου το βγάζεις από το μυαλό – τα ίδια δέντρα.
Υπάρχει μια στιγμή, λίγο πριν ξεκινήσει μια παράσταση στην Επίδαυρο, σε αυτόν τον απίθανο μηχανισμό μνήμης, που πάντα ξεχωρίζω. Είναι εκείνη η παράξενη σιωπή λίγο πριν ακουστεί η πρώτη νότα, η πρώτη λέξη, η πρώτη κίνηση. Οι χιλιάδες άνθρωποι που μέχρι πριν από λίγο ανέβαιναν τα πέτρινα διαζώματα, μιλούσαν, έψαχναν τη θέση τους, ξαφνικά σωπαίνουν. Σαν να υπάρχει μια άτυπη συμφωνία ανάμεσα σε όλους, τώρα αφήνουμε τον χρόνο να κάνει πίσω.
Τώρα αφήνουμε τη μεγάλη ορχήστρα της Λυρικής να μας εισάγει με τον δικό της τρόπο. Η Μήδεια του Κερουμπίνι επέστρεψε στην Επίδαυρο εξήντα πέντε χρόνια μετά την ιστορική παρουσίασή της με τη Μαρία Κάλλας και ήρθε με όση μεγαλοπρέπεια της αρμόζει. Για λίγες ώρες ο χρόνος θα αρχίσει να λειτουργεί διαφορετικά. Σαν να διπλώνεται πάνω στον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης επιμελήθηκε την καλλιτεχνική διεύθυνση της ανασύνθεσης της ιστορικής παραγωγής αξιοποιώντας το σύνολο των καλλιτεχνικών και τεχνικών δυνάμεων του Οργανισμού και επιθυμώντας να δημιουργήσει μια γέφυρα διαλόγου ανάμεσα στη «χρυσή εποχή» της διεύθυνσης του Κωστή Μπαστιά της δεκαετίας του ’60 με το συναρπαστικό παρόν του λυρικού θεάτρου. Ο Παναγής Παγουλάτος στη σκηνοθεσία, η Γιάννα Φιλιπποπούλου και Κέλλη Ζαμπέλα στη χορογραφία και ο Χρήστος Τζιόγκα στους φωτισμούς έστησαν και οδήγησαν το πέρασμα αυτό στο χρόνο συντονισμένα και με εντυπωσιακή καθαρότητα.


Όσο η παράσταση ξεδιπλώνει την ιστορία της, οι σκέψεις όμως ξεφεύγουν από την γραμμική τους αναγκαιότητα. Επιτρέπω στον εαυτό μου να χάσει λέξεις και αναστεναγμούς από την εκθαμβωτική παρουσία της Ιταλίδας σοπράνο Άννα Πιρότσι για να «καθίσει» λίγο παραπάνω στις εικόνες, στα σκηνικά και τα κοστούμια που δεν λειτουργούν ως μουσειακή αναπαράσταση αλλά ως ζωντανή συνομιλία. Βρίσκω τις δουλειές της Λίλης Πεζανού στα σκηνικά και της Τότα Πρίτσα στα κοστούμια το λιγότερο συναρπαστικές. Η σκέψη ότι η αισθητική του Τσαρούχη συνεχίζει να αναπνέει με τον πιο ισχυρό και σεβαστικό τρόπο είναι καταπραϋντική- οι γραμμές, οι υφές, τα χρώματα, αχ αυτά τα χρώματα, αυτές οι απίστευτες αποχρώσεις που όμοιες τους δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί, είναι ευδιάκριτα ακόμη και από την απόσταση που σου προσφέρει η θέση στην κερκίδα γάμα, στα πιο ψηλά της. Εικόνες που περνούν μέσα από τις δεκαετίες χωρίς να χάσουν τη δύναμή τους.
Η εργασία όλων μαθαίνω απαιτούσε τρελή έρευνα, αφού δεν είχε διασωθεί τίποτα σε βίντεο. Και η έρευνα απαιτούσε δεκάδες άλλα δρομολόγια για να φτάσει στην αλήθεια, καταγραφές, συνεντεύξεις, φωτογραφίες. Ότι μπορεί να φανταστεί ένας απαιτητικός νους.

Και ξάφνου ήρθε η Νέρις.
Κάποιες φορές σε μια μεγάλη παραγωγή υπάρχει ένας ρόλος που καταφέρνει να αποσπάσει το βλέμμα από το προφανές. Κάποιες φορές, δεν συμβαίνει πάντα, υπάρχει μια στιγμή που ένα ταυτόχρονο «συγνώμη, από που ήρθε τώρα αυτό» γίνεται αναστεναγμός ευτυχίας που βγαίνει ταυτόχρονα χιλιάδες θεατές. Η Ρωσίδα Αλίσα Κολόσοβα δεν ερμήνευσε απλώς τη Νέρις. Εμφανίστηκε σαν μια παρουσία σχεδόν εξωπραγματική σε ένα χαρακτήρα σχεδόν αόρατο. Σαν να κατέβηκε για λίγο από τον νυχτερινό ουρανό που απλωνόταν πάνω από την Επίδαυρο και να στάθηκε δίπλα στη Μήδεια για να θυμίσει πως ακόμη και μέσα στο πιο σκοτεινό δράμα υπάρχει χώρος για τρυφερότητα. Είναι ρόλος αβανταδόρικος μου ξεκαθάρισαν φίλοι που γνωρίζουν αυτό το παραπάνω. Προφανώς. Έπιασε όμως.
Το γεγονός ότι απέσπασε το πιο θερμό χειροκρότημα της βραδιάς το πιστοποίησε. Υπήρχε κάτι βαθιά συγκινητικό στον τρόπο που κατέκτησε τη σκηνή. Χωρίς επίδειξη. Χωρίς βιασύνη. Με εκείνη την ήρεμη βεβαιότητα των μεγάλων ερμηνειών. Στάθηκε δίπλα στην ούτως ή άλλως σπουδαία ερμηνεία της Πιρότσι με ίση δυναμική και έγραψε την δική της ιστορία. Μετά την παράσταση δεν ήταν τυχαίο πως όλοι μιλάγαμε για αυτή την εμπειρία.
Δεν ξεχνιέμαι. Η Μήδεια παραμένει πάντα το κέντρο βάρους της αφήγησης. Ένας χαρακτήρας που αρνείται πεισματικά να παραδοθεί στο παρελθόν. Γιατί η Μήδεια δεν είναι ποτέ μόνο μια μυθική φιγούρα. Είναι η ενσάρκωση της εγκατάλειψης, της προδοσίας, της οργής. Είναι όλα εκείνα που η κοινωνία προσπαθεί διαρκώς να εξηγήσει χωρίς ποτέ να τα κατανοεί πραγματικά. Είναι ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο.
Καθώς πέφτουν οι τελευταίες νότες- τι μεγαλειώδης σκηνή αυτή που οδηγεί στον φόνο των παιδιών- , σκέφτομαι πως η Ελλάδα βρίσκεται στα καλύτερά της όταν δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα. Όταν κάνει με σιγουριά διάλογο με τον χρόνο και αφήνει το παλιό να γίνει γέφυρα. Για να κάνει τις ωραίες βόλτες της στον ίδιο ουρανό. Τότε και τώρα!

ΥΣ. Αυτές τι δύο αλεπουδίτσες που κατέγραψε η κάμερα θεατών να μοιράζονται την απόλαυση της παράστασης εκεί στα πιο ψηλά διαζώματα, πολύς τις αγάπησα. Απλά, ήθελα να το πω.