Παρατείνεται το διπλωματικό αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή

Το διπλωματικό αδιέξοδο παρατείνεται στη Μέση Ανατολή: Η ιρανική κυβέρνηση απέκλεισε χθες Τρίτη την ιδέα να τροποποιήσει τις προτάσεις της, επιδιώκοντας συμβιβασμό για να τερματιστεί με διάρκεια ο πόλεμος, που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έκρινε πως είναι «εντελώς απαράδεκτες», «για τα σκουπίδια».
«Δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή πέραν της αποδοχής των δικαιωμάτων του ιρανικού λαού, όπως παρατίθενται στην πρόταση 14 σημείων. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα είναι εντελώς άκαρπη», ανέφερε μέσω X ο Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, επικεφαλής διαπραγματευτής της Ισλαμικής Δημοκρατίας, έναν και πλέον μήνα αφότου κηρύχθηκε η εύθραυστη κατάπαυση του πυρός.
Ο κ. Γαλιμπάφ, απόστρατος υποστράτηγος των Φρουρών της Επανάστασης, σήμερα πρόεδρος του κοινοβουλίου, έκρινε ακόμη, αναφερόμενος στους Αμερικανούς διαπραγματευτές, πως «όσο περισσότερο σέρνουν τα πόδια τους, τόσο μεγαλύτερο τίμημα θα πληρώνουν οι Αμερικανοί φορολογούμενοι», καθώς οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν στα ύψη.
Η τοποθέτησή του μοιάζει με ανταπάντηση στον Ντόναλντ Τραμπ, που απέρριψε την ιρανική αντιπρόταση και παρομοίασε την κατάπαυση του πυρός από την 8η Απριλίου με ασθενή σε «μηχανική υποστήριξη της αναπνοής».
Το περιεχόμενο της αρχικής πρότασης της Ουάσιγκτον στην Τεχεράνη δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Σύμφωνα με κάποια ΜΜΕ, περιείχε πρωτόκολλο συμφωνίας για να τερματιστούν οι εχθροπραξίες, οι οποίες στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους–στη μεγάλη πλειονότητά τους στο Ιράν και στον Λίβανο–αφότου άρχισε ο πόλεμος την 28η Φεβρουαρίου, καθώς και πλαίσιο διαπραγμάτευσης για το ζήτημα του προγράμματος πυρηνικής ενέργειας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Μέλλον «αβέβαιο»
Στην απάντησή της, η Τεχεράνη απαιτεί άμεσο τερματισμό του πολέμου σε όλη την περιφέρεια, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, όπου οι ανταλλαγές πυρών του στρατού του Ισραήλ και του σιιτικού κινήματος Χεζμπολά δεν σταματούν, παρότι έχει στη θεωρία τεθεί σε εφαρμογή χωριστή κατάπαυση του πυρός.
Ακόμη, η ιρανική κυβέρνηση αξίωσε να αρθεί ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών από το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό και να αποδεσμευτούν πόροι του Ιράν που έχουν παγώσει στο εξωτερικό, σύμφωνα με το ΥΠΕΞ.
Στην άλλη πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ επέσεισε προχθές Δευτέρα την απειλή να διατάξει να ξαναρχίσει η επιχείρηση συνοδείας εμπορικών πλοίων που θέλουν να φύγουν από τον Κόλπο διασχίζοντας το στενό του Ορμούζ, που έχει κλείσει de facto το Ιράν.
Παρά τις διαβεβαιώσεις του ρεπουμπλικάνου ότι οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν αποδεκατιστεί εξαιτίας των αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων, η Τεχεράνη διατηρεί μεγάλες δυνατότητες ως προς το πυραυλικό της οπλοστάσιο, σύμφωνα με αξιωματικούς των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που μίλησαν υπό τον όρο να μην κατονομαστούν στη New York Times.
Το Ιράν διατηρεί σε επιχειρησιακή ετοιμότητα 30 από τις 33 εγκαταστάσεις εκτόξευσης πυραύλων που εκτιμάται πως διαθέτει κατά μήκος του στενού του Ορμούζ και περίπου 70% του προπολεμικού πυραυλικού οπλοστασίου του, σημείωσαν οι πηγές της εφημερίδας.
Στην Τεχεράνη, η Μαριάμ, 43χρονη εικαστικός, δεν έκρυβε την απόγνωσή της μιλώντας τηλεφωνικά σε μια δημοσιογράφο του Γαλλικού Πρακτορείου στο Παρίσι. Είπε πως ζει «μέρα τη μέρα», καθώς «το μέλλον είναι πολύ αβέβαιο».
Τα βλέμματα πλέον στρέφονται στο Πεκίνο, όπου θα βρίσκεται από απόψε ο Τραμπ, που αναμένεται να συναντηθεί με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ.
Σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση, εννοεί να ασκήσει πίεση προκειμένου η Κίνα, ο κυριότερος εισαγωγέας ιρανικού πετρελαίου, να ασκήσει την επιρροή της στην Τεχεράνη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είπε πως αναμένει να κάνει «μακρά συζήτηση» με τον ομόλογό του Σι για τον πόλεμο. Προτού φανεί να παίρνει πίσω το σχόλιο αυτό, λίγα λεπτά αργότερα: «Έχουμε πολλά πράγματα να συζητήσουμε. Και δεν θα έλεγα πως το Ιράν είναι μέρος τους».
Ο Αμερικανός πρόεδρος διαβεβαίωσε εξάλλου πως δεν έχει καμιά «ανάγκη για βοήθεια όσον αφορά το Ιράν» από το Πεκίνο.
«Κεφαλαιώδης» μοχλός
Η παρατεινόμενη παράλυση στο στενό του Ορμούζ, θαλάσσια αρτηρία στρατηγικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο υδρογονανθράκων και όχι μόνο, ανέβασε κι άλλο τις τιμές των καυσίμων, με το βαρέλι του Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας να αγγίζει τα 108 δολάρια περί τα μεσάνυχτα.
«Το Ιράν δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το στενό σαν όπλο, για να ασκεί πίεση», είπε ο σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Αμπντελραχμάν αλ Θάνι, ο πρωθυπουργός του Κατάρ, που πλήττεται ιδιαίτερα από τον αποκλεισμό του.
«Ο μοχλός του Ορμούζ είναι κεφαλαιώδης», έκρινε ο Τομά Ζινό, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οτάβας, σύμφωνα με τον οποίο η Τεχεράνη εκτιμά πως ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ θα χάσει την υπομονή του εξαιτίας της αύξησης των τιμών των καυσίμων στα πρατήρια καθώς πλησιάζει οι εκλογές του μέσου της θητείας του, την 3η Νοεμβρίου. Κι αυτό ενώ το κόστος του πολέμου, σύμφωνα με το Πεντάγωνο, πλησιάζει τα 29 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στον Λίβανο, το άλλο κύριο θέατρο του πολέμου, το υπουργείο Υγείας ανακοίνωσε χθες Τρίτη ότι δεκατρείς άνθρωποι, ανάμεσά τους στρατιώτης και δυο διασώστες, σκοτώθηκαν σε ισραηλινά αεροπορικά πλήγματα σε τρεις τοποθεσίες στο νότιο τμήμα της χώρας.
Το υπουργείο ανέφερε μερικές ώρες νωρίτερα ότι, αφότου κηρύχθηκε η υποτιθέμενη κατάπαυση του πυρός τη 17η Απριλίου, έχουν σκοτωθεί τουλάχιστον 380 άνθρωποι κι έχουν τραυματιστεί άλλοι 1.200 και πλέον σε βομβαρδισμούς του Ισραήλ.
Νέες συνομιλίες, που υποτίθεται ότι θα ανοίξουν τον δρόμο για να διεξαχθούν ειρηνευτικές οργανώσεις, έχει αναγγελθεί πως θα οργανωθούν αύριο Πέμπτη και μεθαύριο Παρασκευή στην Ουάσιγκτον ανάμεσα στις κυβερνήσεις των δυο κρατών.
Όμως ο γενικός γραμματέας της Χεζμπολάχ Ναΐμ Κάσεμ τόνισε χθες ότι το ζήτημα του αφοπλισμού της παράταξής του, που απαιτεί η κυβέρνηση του Ισραήλ, δεν θα τεθεί «στις διαπραγματεύσεις με τον εχθρό».
Συνάντηση Ντόναλντ Τραμπ – Σι Τζινπίνγκ
Στις 20 Φεβρουαρίου, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα ταξίδευε στο Πεκίνο τον επόμενο μήνα για να συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ. Στην κορυφή της ατζέντας ήταν ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας.
Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τραμπ ενέκρινε κοινά πλήγματα με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ξεκινώντας έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η συνάντηση κορυφής αναβλήθηκε.
Τώρα η ατζέντα της Κίνας έχει αλλάξει, σημειώνει ο Guardian.
Το Πεκίνο επιθυμεί διακαώς να διασφαλίσει ότι οι υψηλοί δασμοί που ανακοίνωσε ο Τραμπ πέρυσι –που έφθασαν μέχρι το 145% προτού οι δύο πλευρές συμφωνήσουν σε ‘εκεχειρία’ τον Οκτώβριο– δεν θα επανέλθουν.
Τώρα, όμως, η πιο πιεστική ανησυχία είναι να βρεθεί ένας τρόπος να ανοίξουν και πάλι τα στενά του Ορμούζ, απ΄όπου διέρχεται η μισή ποσότητα αργού πετρελαίου της Κίνας. Αν και η Κίνα είναι πιο προστατευμένη από το ενεργειακό σοκ σε σχέση με άλλες ασιατικές χώρες, λόγω του διαφοροποιημένου ενεργειακού μείγματος και των μεγάλων αποθεμάτων της, ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης –που μπορεί να έρθει ως αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν όπως προειδοποίησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο– είναι μεγαλύτερη απειλή για την οικονομία της Κίνας. Περίπου το ένα πέμπτο του κινεζικού ΑΕΠ προέρχεται από τις εξαγωγές. Αν ο υπόλοιπος κόσμος δεν μπορεί πλέον να δαπανά χρήματα για την αγορά προϊόντων, η Κίνα θα υποφέρει.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδοθηκαν τον περασμένο μήνα, η Κίνα ώθησε το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ σε έναν προηγούμενο γύρο συνομιλιών για κατάπαυση του πυρός. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί συναντήθηκε με τον Κινέζο ομόλογό του Ουάνγκ Γι στο Πεκίνο. Σύμφωνα με το Πεκίνο, ο Ουάνγκ κάλεσε για «συνολική παύση των εχθροπραξιών» στη Μέση Ανατολή και είπε πως η Κίνα «υποστηρίζει το Ιράν στη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειάς του».
Οι ΗΠΑ καθιστούν όλο και περισσότερο σαφές ότι θέλουν τη βοήθεια της Κίνας στην επίτευξη συμφωνίας με το Ιράν. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει πει πως η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να δει το Πεκίνο να «αυξάνει» την πίεση στο Ιράν προκειμένου να ανοίξει και πάλι τον θαλάσσιο δίαυλο.
Αυτό από μόνο του μπορεί να επηρεάσει τη δυναμική της συνάντησης μεταξύ των δύο ηγετών.
Η επιρροή στο Ιράν μπορεί να είναι ένας χρήσιμος μοχλός πίεσης για το Πεκίνο στα άλλα δύο θέματα που βρίσκονται στην ατζέντα της συνάντησης: το εμπόριο και την Ταϊβάν.
Για το μεγαλύτερο μέρος του 2025, οι ΗΠΑ και η Κίνα έμοιαζαν να βρίσκονται στο χείλος ενός νέου εμπορικού πολέμου, που θα μπορούσε να κλονίσει τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας, σημειώνει σε ανάλυσή του το BBC.
Ο Τραμπ αύξησε και μείωσε κατ’ επανάληψη τους δασμούς στον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Αμερικής.
Η Κίνα απάντησε μειώνοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών στις ΗΠΑ και τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, πλήττοντας αγρότες σε κρίσιμες πολιτείες που ψήφισαν τον Τραμπ.
Η ένταση έπεσε σε σημαντικό βαθμό μετά τη συνάντηση που είχαν ο Τραμπ και ο Σι στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο, που περιορίζει τη μονομερή εξουσία του προέδρου σχετικά με τους δασμούς, βοήθησε επίσης να κατευναστούν οι ευμετάβλητες εμπορικές διαθέσεις του Τραμπ, επισημαίνει το βρετανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο.
Ο Τραμπ και ο Σι θα έχουν ωστόσο ακόμη πολλά να πουν στη συνάντηση κορυφής του Πεκίνου. Ο Αμερικανός ηγέτης θα ωθήσει για αύξηση των κινεζικών αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων. Η Κίνα είναι βέβαιο ότι θα πιέσει τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν εμπορική έρευνα που ανακοίνωσαν πρόσφατα για αθέμιτες επιχειρηματικές πρακτικές που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στον Τραμπ να επιβάλει και πάλι μεγαλύτερους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προσκαλέσει επίσης τους διευθύνοντες συμβούλους των Nvidia, Apple, Exxon, Boeing και άλλων μεγάλων εταιριών να τον συνοδεύσουν σε αυτό το ταξίδι, σύμφωνα το Reuters.
Αν και η Κίνα δεν εξαρτάται πλέον τόσο πολύ από τις ΗΠΑ για το εμπόριο όπως κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, ο Σι θα θέλει αυτή η συνάντηση να πάει καλά, καθώς η Κίνα χρειάζεται σταθερότητα στην παγκόσμια οικονομία.
Είναι τώρα ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος περισσότερων από 120 χωρών, όμως ο Σι ξέρει ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί με τόση αυτοπεποίθηση κατά τη συνάντηση με τον Τραμπ.
Όσον αφορά την Ταϊβάν, η κυβέρνηση Τραμπ στέλνει ανάμικτα μηνύματα.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν εξοπλιστική συμφωνία ύψους 11 δισεκ. δολαρίων με την Ταϊβάν, εξοργίζοντας την κινεζική κυβέρνηση. Ο Τραμπ υποβάθμισε ωστόσο την προθυμία των ΗΠΑ να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, την οποία η Κίνα διεκδικεί ως δικό της έδαφος.
«Θεωρεί ότι είναι μέρος της Κίνας», είπε ο Τραμπ για τον Σι, «και αυτό εξαρτάται από αυτόν, το τι θα κάνει».
Έχει πει επίσης πως η Ταϊβάν δεν έχει αποζημιώσει καταλλήλως τις ΗΠΑ για τις εγγυήσεις ασφαλείας τους, ισχυριζόμενος πως «δεν μας δίνει τίποτα». Πέρυσι, επέβαλε δασμούς 15% στην Ταϊβάν και την κατηγόρησε ότι έκλεψε την κατασκευή ημιαγωγών από τις ΗΠΑ.
Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε πως η Ταϊβάν θα είναι ένα θέμα συζήτησης κατά την επίσκεψη, αν και ο στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι το θέμα δεν θα γίνει πηγή νέας έντασης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
«Δεν χρειαζόμαστε αποσταθεροποιητικά γεγονότα σχετικά με την Ταϊβάν ή οπουδήποτε στην περιοχή Ινδικού-Ειρηνικού», είπε. «Και νομίζω πως αυτό είναι προς το συμφέρον τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και των Κινέζων».
Από την πλευρά της, η Κίνα έχει διαμηνύσει πως η Ταϊβάν είναι προτεραιότητα σε αυτές τις συνομιλίες. Ο υπουργός Εξωτερικών Ουάνγκ Γι εξέφρασε την περασμένη εβδομάδα, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Ρούμπιο, την ελπίδα ότι οι ΗΠΑ θα κάνουν τις «σωστές επιλογές».
Το Πεκίνο ενισχύει την οικονομική πίεση στέλνοντας πολεμικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία γύρω από την Ταϊβάν σχεδόν καθημερινά.
Ο Ντόναλντ Τραμπ θα φθάσει στο Πεκίνο απόψε (Τετάρτη), δήλωσε τη Δευτέρα η Άννα Κέλι, αναπληρώτρια εκπρόσωπος της αμερικανικής κυβέρνησης.
Τελετή υποδοχής και διμερής συνάντηση με τον Σι Τζινπινγκ θα λάβουν χώρα αύριο, Πέμπτη, το πρωί και το απόγευμα θα ακολουθήσει επίσκεψη του Τραμπ στον Ναό του Ουρανού. Το βράδυ θα παρατεθεί επίσημο δείπνο.
Οι δύο πρόεδροι θα πάρουν ακολούθως το τσάι τους μαζί. Την Παρασκευή θα έχουν γεύμα εργασίας και στη συνέχεια ο Ντόναλντ Τραμπ αναχωρήσει για την Ουάσινγκτον.
(ΑΠΕ-ΜΠΕ)







