Ποιο είναι το μέλλον των παιδιών σε αυτή τη χώρα; Πόσες δυνατότητες έχουν να ξετυλίξουν το ταλέντο τους και να ανοίξουν τα φτερά τους; Τι οφείλουμε να κάνουμε για αυτά; Σε μία χώρα όπου η παιδεία έχει γίνει έρημος τόπος, οι διακρίσεις που συχνά έρχονται από το εξωτερικό δεν οφείλονται, όπως θα έπρεπε, στην επιτυχία του εκπαιδευτικού μας συστήματος, αλλά στον προσωπικό μόχθο, πάθος, υπομονή και επιμονή μαθητών και εκπαιδευτικών που ονειρεύονται και προχωρούν, ακόμη και χωρίς τη στήριξη που θα έπρεπε να έχουν στο έργο τους.
Πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν οι διεθνείς διακρίσεις της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, μιας σχολής που έχει κάνει αλματώδη βήματα την τελευταία δεκαετία, δίχως ίσως αυτό να έχει γίνει ευρύτερα γνωστό. Μια σχολή που το ανοιχτό, πειραματικό της πνεύμα πετά δυνατά και ελεύθερα εντός και εκτός συνόρων. Η διαρκής αναζήτηση και έρευνα, η επικοινωνία με μερικές από τις σημαντικότερες αντίστοιχες ακαδημίες του εξωτερικού και η συμμετοχή σε κορυφαίες διεθνείς εκπαιδευτικές διοργανώσεις, διαμορφώνουν τόσο το δυναμικό παρόν όσο και το φωτεινό μέλλον της.

Το περιστύλιο του Ωδείου Αθηνών είναι πάντα γεμάτο σπουδαστές με φωτεινά πρόσωπα
Περπατώντας στο περίφημο περιστύλιο και στους μακριούς διαδρόμους του ιστορικού κτιρίου, νιώθεις διαρκώς μία αύρα τέχνης, αγάπης, ελευθερίας, που δημιουργούν οι ίδιοι οι άνθρωποι –δάσκαλοι και σπουδαστές–, να σε συνεπαίρνει. Αν κάτι μου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, παρακολουθώντας εκεί συγκινητικές παραστάσεις σπουδαστών και αποφοίτων ή τριγυρνώντας στον χώρο ανάμεσα σε νέους που συζητούν, χορεύουν, σπουδάζουν υποκριτική, μουσική, χορό, είναι η αίσθηση του πόσο αγαπούν αυτό που κάνουν, η αφοσίωσή τους και η πολυτιμότητα της εμπειρίας που αποκομίζουν. Τα πρόσωπά τους λάμπουν και το πλατύ τους χαμόγελο το δηλώνει. Κυριολεκτώ.
Η συζήτηση που ακολουθεί, με τον διευθυντή της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη, και τον σκηνοθέτη-καθηγητή υποκριτικής Γιώργο Ζαμπουλάκη, έγινε με αφορμή τις συνεχείς κορυφαίες διεθνείς διακρίσεις της Σχολής τα τελευταία χρόνια: Πρόσφατα, στις 27 Μαρτίου-Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, στο διεθνές φεστιβάλ International Festival of Etudes που γίνεται στην Τιφλίδα της Γεωργίας, η performance «Cassandra Prophesies the End of the World», με supervisor professor τον Γιώργο Ζαμπουλάκη, απέσπασε το Grand Prize. Το βραβείο καλύτερης etude (σ.σ. σπουδή) είχε πάρει επίσης η Δραματική Σχολή με την performance «Antigones» (με τις Γεωργία Σπυροπούλου και Κλάρα Σαντίκου) και στη διοργάνωση του 2024, ενώ ο Ιάσων Άλι είχε αποσπάσει το τρίτο βραβείο το 2021 για την etude «Poetry for the Soul».
Παράλληλα, πριν λίγους μήνες, η βασισμένη στον αντίστοιχο μύθο παράσταση «Ορφέας και Ευρυδίκη», σε σύλληψη και σκηνοθεσία Γιώργου Ζαμπουλάκη, κοστούμια της Μαριάννας Νικολάου και μάσκες του Θάνου Βόβολη, συμμετείχε στο ιδιαίτερα σημαντικό Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου WTEA, που διεξάγεται στην Κεντρική Ακαδημία Θεάτρου του Πεκίνου. Διαγωνιζόμενη απέναντι στις σπουδαιότερες θεατρικές ακαδημίες του κόσμου, όπως η GITIS της Μόσχας, η Central Academy of Drama της Κίνας, η LAMDA του Λονδίνου, η Ernst Busch του Βερολίνου, η Shota Rustaveli της Γεωργίας και άλλες, απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Παράστασης και δύο διακρίσεις ερμηνείας στον Άγγελο Μαγνήσαλη και την Γεωργία Σπυροπούλου.

«Ορφέας και Ευρυδίκη» στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Κίνας WTEA © Χριστόφορος Βογιατζής
Η Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών είναι μέλος της World Theatre Education Alliance (WTEA), ενός παγκόσμιου δικτύου που προάγει τη διαπολιτισμική ανταλλαγή και την αριστεία στην εκπαίδευση θεάτρου από το 2018 και περιλαμβάνει 16 κορυφαίες σχολές-μέλη. Τι έχει αποκομίσει ως μέλος σε αυτόν τον θεσμό η Σχολή;
Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης: Είναι δύσκολο ν’ απαριθμήσει κανείς τα οφέλη. Στο θέμα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, η χώρα μας, δυστυχώς, είναι φρικτά απομονωμένη. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απαρχαιωμένη νομοθεσία που εντελώς παράλογα στερεί τους νέους μας από ευρωπαϊκά κονδύλια που επιτρέπουν την κινητικότητα. Από τη στιγμή που εμείς, με δικές μας πρωτοβουλίες και πολλές θυσίες των σπουδαστών μας, στραφήκαμε προς τα έξω, συνειδητοποιήσαμε πόσο σημαντικό είναι να είσαι μέλος μιας διεθνούς οικογένειας που σου επιτρέπει να βλέπεις τη συγκεκριμένη σπουδή με εντελώς άλλη ματιά και ταυτόχρονα σου ανοίγει ανέλπιστους δρόμους και οράματα δίχως όρια.
Στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Κίνας WTEA πήρατε το πρώτο βραβείο. Ως σκηνοθέτης της παράστασης, τι πιστεύετε ότι ήταν εκείνο που την έκανε να ξεχωρίσει μέσα σε τόσο ισχυρό διεθνή ανταγωνισμό;
Γιώργος Ζαμπουλάκης: Η παράσταση ξεχώρισε και νίκησε γιατί συνδύασε τρία στοιχεία: βαθιά κατανόηση και επαναδιαπραγμάτευση του μυθολογικού υλικού, σύγχρονη σκηνική γλώσσα, και υψηλή τεχνική και αισθητική εκτέλεση. Το μυθολογικό υλικό είναι παγκόσμιο και η παράσταση το απέδωσε με σύγχρονους, νέους όρους. Η τεχνική και εκτελεστική δυσκολία ήταν στοιχεία για τα οποία ξεχώρισε από άλλες σχολές και ακαδημίες. Όταν πριν δύο χρόνια είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την προηγούμενη διοργάνωση του ίδιου φεστιβάλ, κατάλαβα ότι σε ένα τέτοιο πλαίσιο σημασία έχει να μπορείς να δεις την περιουσία της χώρας και του πολιτισμού σου με σύγχρονους, παγκόσμιους όρους και, πάνω απ’ όλα, με τεχνική και αισθητική αρτιότητα.
Η παράσταση ξεχώρισε επίσης για τη συζήτηση που άνοιξε γύρω από το ίδιο το θέατρο και τη σκηνοθεσία: το εγχείρημα πρότεινε ένα μεταμορφικό θέατρο, μία σκηνοθεσία η οποία αλλάζει συνεχώς επί σκηνής και μεταμορφώνεται ακολουθώντας το σύστημα του ηθοποιού. Η διαρκής αυτή μεταμόρφωση δημιούργησε μία εκστατική εμπειρία — όχι μόνο για τους ίδιους τους ηθοποιούς αλλά και για το κοινό. Επίσης, ένα άλλο μεγάλο θέμα που έθιξε το έργο ήταν η θέση της γυναίκας στη μυθολογία.

Ο θίασος της παράστασης «Ορφέας και Ευρυδίκη» στο Γκουιλίν, με τις διακρίσεις που αποκόμισε στο WTEA International Theatre Festival της Κίνας. Από αριστερά: Άγγελος Μαγνήσαλης, Μαριάννα Νικολάου, Λήδα Κτώνα, Αντώνης Σκύβαλος, Γιάννης Μπαριάμης, ο καθηγητής Γιώργος Ζαμπουλάκης, ο διευθυντής της Σχολής Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, Αλέξανδρος Καβράκος, Κλειώ Παπατζανάκη, Μαρλέν Κυπριωτάκη, Χριστόφορος Βογιατζής, Γεωργία Σπυροπούλου
Τι σημαίνει αυτή η διάκριση για την Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών αλλά και για τους ίδιους τους σπουδαστές της;
K.A.: Η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ απαρτίζεται από τους διευθυντές των Σχολών, οι οποίοι, όπως είναι φυσικό, ερχόμαστε από εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα. Και όμως, οι ψήφοι μας φανερώνουν κατά κανόνα απόλυτη συμφωνία. Αυτό δηλώνει πολλά για τη σημασία τόσο του θεσμού, όσο και της όποιας διάκρισης. Από εκεί και πέρα, η επιτυχία μπορεί να είναι δίκοπο μαχαίρι – και οι συνέπειές της απρόβλεπτες: μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφική αυτοπεποίθηση αλλά και σε ψυχική απορρύθμιση. Είμαι εξαιρετικά περήφανος για τον τρόπο που ο θίασός μας αντιμετώπισε αυτό το βραβείο: με σεμνότητα και αίσθηση της ευθύνης ότι εκπροσωπούν το σώμα των σπουδαστών, με αγάπη και περηφάνεια που πηγάζει από την αντίληψη ότι η διάκριση αυτή ανήκει σε ολόκληρη τη σχολή.
Τι σημαίνουν γενικώς τέτοιες σημαντικές διακρίσεις για τη θεατρική σκηνή της χώρας μας;
Κ.Α.: Ότι το επίπεδο κάποιων ελληνικών παραστάσεων είναι εξαιρετικά υψηλό και κατά συνέπεια αξίζει να ταξιδεύουν στο εξωτερικό πολύ περισσότερο. Η χρόνια απομόνωση των Ελλήνων καλλιτεχνών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον βραχυπρόθεσμο τρόπο σκέψης με τον οποίο λειτουργεί η πολιτεία, η οποία βεβαίως κατοπτρίζει τη νοοτροπία ολόκληρου του λαού.
Γ.Ζ.: Το να δουλεύεις με νέους ανθρώπους που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί, έχει το εξής μεγάλο πλεονέκτημα: σου δίνει τη δυνατότητα να μπορείς να αναγνωρίσεις το νέο, αυτό που δεν έχει ακόμα γεννηθεί, να το υποστηρίξεις και να του παρέχεις τα τεχνικά μέσα για να μπορέσει να υπάρξει στο μέλλον. Μία τέτοια διάκριση αναγνωρίζει σε παγκόσμιο επίπεδο ότι εδώ υπάρχει δυναμικό, γνώση και καλλιτεχνική πρόταση. Αναγνωρίζει, επίσης, τη στήριξη της σχολής απέναντι στο νέο και το εξελισσόμενο. Όπως είναι γνωστό, η Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών είναι ένα φυτώριο πρωτοπορίας και νέων καλλιτεχνών.

«Ορφέας και Ευρυδίκη» στο “Cave Theatre”, στα καρστικά σπήλαια του Γκουιλίν © Χριστόφορος Βογιατζής
Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να κάνεις και, κυρίως, να διδάσκεις θέατρο στην Ελλάδα; Μια χώρα όπου η παιδεία (και ειδικότερα η δημόσια εκπαίδευση) φαίνεται να απαξιώνεται διαρκώς από το πρωτοβάθμιο ακόμη στάδιο;
Κ.Α.: Μέχρι πρότινος, το κυριότερο πρόβλημά μας ήταν η μη διαβάθμιση των καλλιτεχνικών σπουδών. Πέρα από το ότι συνέχιζε να λειτουργεί συμβολικά στη συνείδησή μας ως αδικαιολόγητη ηθική απαξίωση ενός ολόκληρου κλάδου, δημιουργούσε απτά εμπόδια στην κινητικότητα των σχολών και τη μετέπειτα πορεία των αποφοίτων μας. Οι νέοι μας είχαν κάθε δίκιο να αισθάνονται αδικημένοι από ένα κράτος που όχι απλώς δεν στήριζε, αλλά έμοιαζε να εμποδίζει την πορεία τους. Τώρα, όχι τόσο από το νέο νομοσχέδιο καθαυτό, όσο από τη συζήτηση που είχαμε με τους νομικούς εκπρόσωπους του Υπουργείου Παιδείας, νιώθουμε για πρώτη φορά αισιόδοξοι ότι οι Έλληνες σπουδαστές παραστατικών τεχνών θα μπορούν να απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια με τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους.
Γ.Ζ.: Παρά τη διαρκή απαξίωση των δραματικών σχολών και των ανθρώπων που με αφοσίωση διδάσκουν σε αυτές, το θέατρο παραμένει αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής σκέψης. Είναι θεμέλιο της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού. Αν πιστεύεις στις παραπάνω ιδέες, τότε δεν είναι καθόλου δύσκολο να συνομιλείς και να δημιουργείς με νέους ανθρώπους, να τους βοηθάς να έχουν ελπίδα και να ονειρεύονται παράγοντας τέχνη. Η Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών είναι γνωστή για την πολυσυλλεκτικότητά της και τη διδασκαλία πολλών και διαφορετικών μεθοδολογιών, τόσο σε αισθητικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο. Βέβαια, η κάθε μεθοδολογία είναι ταυτόχρονα παγίδα και εργαλείο, και πρέπει να ανανεώνεται και να βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη παράλληλα με την εξέλιξη του ανθρώπου, της κοινωνίας και της Τέχνης.

Η «Σκηνή της Αθήνας» από την «Τραγωδία του Ανθρώπου» του Imre Madách, σε σκηνοθεσία Αλεξάνδρας Καζάζου, εντυπωσίασε στη 10η Διεθνή Θεατρική Ολυμπιάδα στη Βουδαπέστη
Μπορούμε να πιστεύουμε πως η Τέχνη, ακόμη κι αν δεν μπορεί να αλλάξει πράγματα, διατηρεί το “όπλο” της αφύπνισης του ανθρώπου αλλά και των λαών;
Κ.Α.: Σίγουρα. Το κακό όμως είναι ότι, όπως συμβαίνει και με τις πολιτικές ιδεολογίες, τις θρησκείες ή τον αθλητισμό, η Τέχνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την υποδαύλιση του ρατσισμού και του μίσους – τα οποία βασίζονται, φυσικά, στην άγνοια. Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε την «ελεύθερη αγορά των ιδεών». Ωστόσο, η κυριαρχία ενός ψηφιακού λόγου που ευνοεί την απλοποίηση, την πόλωση και τη συνθηματολογία δείχνει συχνά το αντίθετο: στην εποχή μας εμφανίζεται μια αυξανόμενη τάση ιδεολογικής περιχαράκωσης, ενώ λαοπλάνοι αποκτούν δυσανάλογη ισχύ, καταργώντας ακόμη και δημοκρατίες που θεωρούσαμε ακλόνητες. Εύκολη λύση, βεβαίως, δεν υπάρχει: για λογοκρισία δεν μπορεί να γίνεται λόγος, όμως ούτε η ασυδοσία μπορεί να παραμένει ανεξέλεγκτη.
Γι’ αυτό και η Τέχνη είναι τόσο σημαντική. Η Θεατρική Ολυμπιάδα στη Βουδαπέστη, όπου η σχολή μας ξεχώρισε με τη «Σκηνή της Αθήνας» από την «Τραγωδία του Ανθρώπου» του Imre Madách, σε σκηνοθεσία Αλεξάνδρας Καζάζου, το Φεστιβάλ Θεατρικών Σχολών της Μόσχας όπου ο «Οιδίποδας» του Αργύρη Ξάφη εντυπωσίασε, η Διεθνής Συνάντηση Δραματικών Σχολών στο Ινστιτούτο Γκροτόφσκι, όπου ο Βασίλης Ανδρέου μάγεψε με το ανοικτό μάθημά του, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα περιπτώσεων όπου η Τέχνη φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Οι ομάδες στηρίζουν με συγκινητικό τρόπο όλες τις υπόλοιπες, επιδεικνύοντας μεγαλοφροσύνη και παντελή έλλειψη ανταγωνισμού.
Γ.Ζ.: Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, η τέχνη πρέπει να δημιουργεί ισορροπίες, και να συνδέει αυτό που υπάρχει με αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει: την ουτοπία με την επιθυμία για έναν καλύτερο κόσμο.

Στην Κίνα επιλέξατε να παρουσιάσετε τον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης που διαπραγματεύεται το ερώτημα «τι είναι η αγάπη;». Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο και ποια πιστεύετε είναι η σημασία του στο σήμερα;
Γ.Ζ.: Ο μύθος του Ορφέα, που κατεβαίνει στον Άδη για να φέρει πίσω στη ζωή την αγαπημένη του Ευρυδίκη, είναι ένας μύθος για το ανέφικτο και το αδιανόητο∙ την προσπάθεια του ανθρώπου να υπερβεί τα όριά του και να νικήσει την απώλεια. Αυτό τον καθιστά διαχρονικό. Σε εποχές όπου η υλικότητα αποτελεί ύψιστη αρχή και αξία, η παράσταση που δημιουργήσαμε εκ του μη όντος, δεν επιδιώκει την αναπαράσταση του μύθου, αλλά την αναζήτηση της σημασίας του στο σήμερα. Στραφήκαμε στις έννοιες που τον διατρέχουν, όπως η αγάπη και η υπέρβαση, δυνάμεις που έχουν παγκόσμιες, άχρονες ρίζες. Με αφετηρία το ερώτημα «τι είναι η αγάπη;» το έργο ανακατασκευάζει τον μύθο σε πολλαπλούς τόπους, χρόνους και πρόσωπα. Πρόκειται για μία ανοιχτή και πολυεστιακή δομή, με θραύσματα εικόνων, ήχων και δράσεων, τα οποία συνθέτουν ένα ενιαίο ποιητικό και σκηνικό σύμπαν.
Η ιστορία παραμένει πάντα ίδια. Μια ενέργεια που μας διαπερνάει και μας ενώνει στο διηνεκές. Η αγάπη ως τόπος όπου πάντα θα επιστρέφουμε.
Στην παρούσα διεθνή συγκυρία –πόλεμοι, καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σφαγές αθώων, δήλωση ισχύος των ισχυρών απέναντι στους αδύναμους, απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, ενδείξεις κυριαρχίας της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ) με απρόβλεπτες συνέπειες στον κόσμο (και στην Τέχνη), αλλά και αποξένωσης των ίδιων των ανθρώπων μεταξύ τους, πιστεύετε υπάρχει ακόμη ελπίδα και χώρος για την αγάπη με κάθε της έννοια, συλλογική ή προσωπική;
Γ.Ζ.: Η αγάπη δεν εξαρτάται από τις συνθήκες, δεν περιμένει έναν κατάλληλο κόσμο για να υπάρξει. Υπάρχει από πάντα, και μπορεί να ανθίσει κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Όσο μεγαλύτερη είναι η αποξένωση, τόσο πιο εμφανές γίνεται ότι η αγάπη είναι η καλύτερη επιλογή.
Κ.Α.: Ζούμε όντως σε μια εποχή που οι αξίες γκρεμίζονται ταχύτερα από ποτέ, ενώ κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής από την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το γεγονός όμως είναι ότι οι καλλιτέχνες έχουμε συνηθίσει να θεωρούμαστε είδος υπό εξαφάνιση. Γνωρίζοντας τις απαισιόδοξες στατιστικές για την επαγγελματική αποκατάσταση των καλλιτεχνών παντού στον κόσμο, προσωπικά δεν θα διηύθυνα μια σχολή θεάτρου αν δεν πίστευα στην ανθρωπιστική αξία της σπουδής. Από εκεί και πέρα, αντλώ τεράστια αισιοδοξία από την αγάπη και την αβίαστη διάθεση για συλλογικότητα που διαπιστώνω κάθε μέρα στη σχολή μας. Σε σύγκριση με τις δικές μας γενιές, οι νέοι τώρα έχουν πολύ μεγαλύτερη ενσυναίσθηση -πράγμα που, όμως, τους καθιστά και πιο ευάλωτους. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πρόθεσή μας από την αρχή ήταν να τους εκπαιδεύουμε να είναι, πριν και πάνω απ’ όλα, ευπροσάρμοστοι. Προσωπικά, έχω ήδη εντάξει στο μάθημά μου τη χρήση του ΑΙ.
Δημιουργήσατε μια παράσταση devised theatre, έργου που γεννήθηκε δηλαδή μέσα από τη συλλογική διαδικασία των συμμετεχόντων κατά τη διάρκεια των προβών. Γιατί επιλέξατε αυτή τη μέθοδο για τη συμμετοχή σας στο φεστιβάλ, αντί μιας “κανονικής” παράστασης ενός συγκεκριμένου έργου, π.χ. μια αρχαία τραγωδία που πάντα έχει διεθνή απήχηση;
Γ.Ζ.: Επέλεξα να δημιουργήσουμε ένα νέο έργο, χρησιμοποιώντας πρακτικές του θεάτρου της επινόησης, με βασικές αρχές τη σωματική έκφραση, τον αυτοσχεδιασμό, την εικαστική προσέγγιση και την προσωπική συμβολή των συντελεστών. Επέλεξα να δουλέψουμε έτσι, ώστε στο επίκεντρο να βρίσκεται κάτι πρωτογενές, που θα εκφράζει και θα εκφράζεται από νέους καλλιτέχνες. Οι πρόβες λειτούργησαν ως εργαστήρια, όπου χωρίς προκαθορισμένο κείμενο, η ομάδα δόμησε το υλικό της πάνω σε ερωτήσεις για τον μύθο και τη σύγχρονη εμπειρία, σωματικές ασκήσεις, προσωπικά βιώματα και αφηγήσεις, και διάδραση με λογοτεχνικά, θεωρητικά, και φιλοσοφικά κείμενα. Έτσι, μέσα από την ίδια της την παραγωγή, η παράσταση ενσωματώνει τις οντολογικές έννοιες της αγάπης, της απώλειας, του τραγικού και του αέναου, και διατρέχει το προσωπικό, το συλλογικό, το πραγματικό και μη-πραγματικό.
Ως καθηγητής στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, μέρος της διδασκαλίας μου βασίζεται στην εμψύχωση και ενδυνάμωση του ηθοποιού ως καλλιτέχνη. Με τη συγκεκριμένη ομάδα φοιτητών, κύριος άξονας του μαθήματος υπήρξαν τα διαφορετικά είδη performance. Σκοπός είναι η δημιουργία υλικού το οποίο προκύπτει από την ανάγκη του καλλιτέχνη να εκφράσει κάτι που τον αφορά άμεσα, σε παρόντα χώρο και χρόνο. Ο μύθος είναι ένα υλικό το οποίο οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή επαναδιαπραγμάτευση. Η επικαιροποίησή του δεν είναι δεδομένη, αλλά έχει νόημα μονάχα όταν συνομιλεί με θέματα που απασχολούν το σήμερα. Οι έννοιες της κοινωνίας και του ανθρώπου βρίσκονται σε διαρκή μεταμόρφωση, και η διαπραγμάτευση του μύθου οφείλει να ακολουθεί αυτήν την εξέλιξη.
Ποια ήταν η ανταπόκριση του κοινού εκεί – ενός κοινού τόσο διαφορετικού από το ευρωπαϊκό, τόσο σε παιδεία και κουλτούρα όσο και σε καθημερινότητα;
Γ.Ζ.: Ο Κινεζικός λαός τρέφει διαχρονικά μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό για τον ελληνικό πολιτισμό. Αναγνωρίζει τη συγγένεια των δύο πολιτισμών, την ταυτόχρονη συνύπαρξη και ανάπτυξή τους. Το κοινό ήρθε με περιέργεια και περίμενε με αγωνία να δει κάτι διαφορετικό από τις συνηθισμένες φόρμες που ήδη γνωρίζει. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η καθολική αποδοχή μίας ανοίκειας, μεταμορφικής θεατρικής φόρμας, και η αποδοχή της ετερότητας στην ανάπτυξη των ιδεών.
Κ.Α.: Στο συγκεκριμένο Φεστιβάλ η θεματική ήταν Έρωτας / Όνειρο. Για τους Έλληνες είναι τεράστιο προνόμιο η απήχηση που έχουν οι μύθοι μας παγκοσμίως. Η δική μας παράσταση, πέρα από την έμφαση που έδωσε στα αρχετυπικά στοιχεία του μύθου, ενσωμάτωσε και βιντεογραφημένες συνεντεύξεις σπουδαστών και καθηγητών απ’ όλο τον πλανήτη, οι οποίοι απαντούσαν στην ερώτηση «τι είναι έρωτας;» Η ανταπόκριση του κοινού ήταν, με μια λέξη, ενθουσιώδης.

Από την etude «Cassandra Prophesies the End of the World» με τους δευτεροετείς σπουδαστές Σταύρο Τρουπή και Αλίζ-Έλλη Αντουάν © Χριστόφορος Βογιατζής
Πρόσφατα πήρατε πάλι το πρώτο βραβείο και στο International Festival of Etudes στην Γεωργία, με την etude (σ.σ. σπουδή) «Cassandra Prophesies the End of the World»…
Γ.Ζ.: Το International Festival of Etudes είναι μία σημαντική διεθνής πλατφόρμα, όπου νέοι άνθρωποι μπορούν να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα της δουλειάς τους. Πρόκειται για έναν σημαντικό χώρο έκφρασης, ανταλλαγής ιδεών και σκέψεων. Διοργανώνεται στο Shota Rustaveli Theatre and Film University στην Τιφλίδα, μία από τις σημαντικότερες ακαδημίες της Ευρώπης, με συμμετοχές από μεγάλες σχολές από όλο τον κόσμο.
Η βράβευση αυτή είχε μεγάλη σημασία για εμάς, και αποτέλεσε, σε έναν βαθμό, έκπληξη, καθώς είναι η τρίτη συνεχόμενη διοργάνωση του φεστιβάλ στην οποία η Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών διακρίνεται.
Η etude «Cassandra Prophesies the End of the World» δημιουργήθηκε από τους δευτεροετείς σπουδαστές Αλίζ-Έλλη Αντουάν και Σταύρο Τρουπή, και είναι ένα πρότζεκτ το οποίο παίρνει θέση και συνομιλεί άμεσα με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ανάμεσα σε Ανθεστήρια, χοές και προφητείες, οι φοιτητές εκτέλεσαν μία σπουδή πάνω στο μυθικό πρόσωπο της Κασσάνδρας. Κύριο χαρακτηριστικό της δουλειάς τους ήταν η άψογη τεχνική εκτέλεση και η υψηλή αισθητική τους.
Επιστρέφοντας από τη Γεωργία, όπως και από την Κίνα, βλέπω ότι οι μαθητές δεν είναι ποτέ ξανά ίδιοι. Αλλάζουν σε πνευματικό επίπεδο—αποκτούν συνείδηση τού τι απαιτείται για να μπορούν να υπάρξουν σε τέτοιες διεθνείς διοργανώσεις.
Πώς ήταν λοιπόν ειδικά αυτό το “οδοιπορικό” στην Κίνα για αυτά τα νέα παιδιά, τους σπουδαστές της Σχολής που συμμετείχαν κι είχαν την εμπειρία δύο ξεχωριστών παραστάσεων; Από τη μία στην Κεντρική Ακαδημία Θεάτρου του Πεκίνου, όπου διεξάχθηκε το WTEA, διαγωνιζόμενοι δίπλα σε κορυφαίες σχολές θεάτρου του πλανήτη, απέναντι σε κριτική επιτροπή, και από την άλλη σε ένα διεθνές φεστιβάλ θεάτρου, με κανονικό κοινό, μέσα στα μοναδικά καρστικά σπήλαια στο Guilin;
Γ.Ζ.: Ήταν ένα οδοιπορικό μετάβασης, όχι μόνο γεωγραφικής, αλλά και εσωτερικής, όπως προανέφερα. Για τους σπουδαστές ήταν μια απότομη ωρίμανση—από την προστασία της σχολής στη δοκιμασία του βλέμματος των άλλων. Μία τέτοια εμπειρία σε τοποθετεί δίπλα στους καλύτερους, ανάμεσα σε κορυφαίες σχολές, μπροστά σε ένα διεθνές κοινό και κριτική επιτροπή. Κι εκεί καταλαβαίνεις τι σημαίνει πειθαρχία, ευθύνη, έκθεση∙ τι σημαίνει να υπερασπίζεσαι και να παρουσιάζεις την Τέχνη σου, να εκπροσωπείς τη χώρα σου και τον πολιτισμό σου.
Κ.Α.: Στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών δίνουμε τεράστια έμφαση στην επαγγελματική αντιμετώπιση της θεατρικής διαδικασίας. Ο σκηνοθέτης μας Γιώργος Ζαμπουλάκης, αλλά και ολόκληρη η ομάδα έκαναν εξαιρετική προετοιμασία, προκειμένου η παράσταση να μπορεί να παιχτεί σε δύο εντελώς διαφορετικούς χώρους, χωρίς να χρειαστεί να λαμβάνονται αποφάσεις επί τόπου: τα πάντα είχαν προβλεφθεί. Οι δε ηθοποιοί μας ήταν τόσο δεμένοι μεταξύ τους, που στηριζόμενοι ο ένας στον άλλο, δεν χρειάστηκε να ανησυχήσουν ούτε στιγμή για την κριτική επιτροπή ή τον ελάχιστο χρόνο προσαρμογής.
Εσείς προσωπικά τι αποκομίσατε και τι ήταν εκείνο που σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση και θα κρατήσετε για πάντα από αυτό το ταξίδι;
Κ.Α.: Παρότι έχω επισκεφθεί την Κίνα αρκετές φορές, τη φορά αυτή ένιωσα περισσότερο από ποτέ τη ζεστασιά των ανθρώπων στη Central Academy of Drama, αλλά και των συναδέλφων μου από άλλες σχολές, τους οποίους μπορώ πλέον να πω ότι θεωρώ φίλους.
Γ.Ζ.: Θα αναφερθώ σε δύο σημαντικές στιγμές της εμπειρίας μας. Στο τέλος της παράστασης, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού, το κοινό (με σπουδαστές από όλον τον κόσμο) σηκώθηκε όρθιο, χειροκροτούσε ασταμάτητα και χόρευε μαζί με τους ηθοποιούς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν αργότερα στο post-show talk, σε ένα ασφυκτικά γεμάτο θέατρο, οι θεατές μας φώναζαν «σ’ αγαπώ» σε διάφορες γλώσσες.

«Ορφέας και Ευριδίκη» © Χριστόφορος Βογιατζής
Η ατμόσφαιρα της παράστασης μέσα στα καρστικά σπήλαια του Guilin (μέσα σε αυτήν δηλαδή την μοναδική γεωλογική ιδιαιτερότητα του τοπίου), απέκτησε ακόμη περισσότερη δύναμη και γοητεία και επηρέασε ίσως και τον τρόπο που το έργο λειτούργησε στο κοινό;
Γ.Ζ.: Το κοινό του Guilin Festival μας υποδέχτηκε με μεγάλο ενθουσιασμό στο Cave Theatre. Εκεί, η παράσταση βρήκε τον ιδανικό της τόπο: μία επιβλητική φυσική σκηνογραφία, ιδανική για την κατάβαση του Ορφέα στον Άδη. Η καταβύθιση στα άδυτα του μύθου, στο ασυνείδητο, στο ανεξερεύνητο, στο ανέφικτο, απέκτησε μία ακόμα μεγαλύτερη φυσική και βιωματική διάσταση. Η ατμόσφαιρα του τοπίου και η εγκάρδια υποδοχή του κοινού επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο που λειτούργησε το έργο, τόσο για τους θεατές όσο και για τους ηθοποιούς. Ο κινεζικός τύπος, αποκαλώντας την παράσταση μία «καινοτόμο αναδόμηση του μύθου», περιέγραψε την εμπειρία του κοινού και στα δύο φεστιβάλ ως εξής: «Ανάμεσα στα πολύπλοκα συναισθήματα που διήγειρε η παράσταση στους θεατές, όλοι έφυγαν από το θέατρο νιώθοντας κάθαρση και ελπίδα, οπλισμένοι με μία ανανεωμένη πίστη στη δύναμη της αγάπης. […] Η παράσταση στο Guilin προκάλεσε βαθύ στοχασμό στο κοινό. Η σύντηξη αρχαιοελληνικού δράματος με την επιβλητικότητα των καρστικών σπηλαίων δημιούργησε μία στιγμή κλασσικού μεγαλείου.» (Από το άρθρο «Six Acclaimed Productions Conclude, Igniting Continued Passion for Cultural Exchange» της Κεντρικής Ακαδημίας Θεάτρου του Πεκίνου. Κείμενο: Ding Shu, Shen Xitong, Cao Yijie, Lu Ziyi / Επιμέλεια: Gu Zehui, Chen Yujing)
Τόσο εσείς όσο και οι σπουδαστές της Σχολής ήρθατε σε επαφή και ανταλλάξατε ιδέες και απόψεις με τους διευθυντές, καθηγητές και σπουδαστές των άλλων σχολών κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ; Βάλατε ίσως θεμέλια για κάποια συνεργασία στο άμεσο μέλλον;
Κ.Α.: Το πρόγραμμα και των δύο φεστιβάλ ήταν τόσο πιεσμένο που οι σπουδαστές δεν είχαν αρκετό χρόνο να συνυπάρξουν κοινωνικά. Μόνο την τελευταία βραδιά στο Guilin είχαμε την ευκαιρία να χαλαρώσουμε στο μπαρ του υπέροχου ξενοδοχείου όπου μας φιλοξενούσαν – όταν και νικήσαμε την ομάδα της LAMDA στο μπιλιάρδο!
Με τέσσερις σχολές μέλη της WTEA, την αγγλική LAMDA, την Ernst Busch του Βερολίνου, τη Shota Rustaveli της Γεωργίας και τη ρωσική GITIS (σε άρση τα τελευταία χρόνια εξαιτίας του πολέμου) έχουμε ήδη συνεργασίες. Αυτή τη στιγμή στοχεύουμε στη σύναψη τριών ακόμη.
Η Σχολή ετοιμάζει και πάλι κάτι καινούργιο για το εξωτερικό; Είναι δύσκολο να οργανωθούν τέτοια πολυμελή ταξίδια, τα οποία όμως τελικά (και πέρα από το γεγονός ότι συμβάλλουν στην ανάπτυξη της θεατρικής παιδείας) τιμούν και “διαφημίζουν” την Ελλάδα με τον καλύτερο τρόπο στο εξωτερικό, όπως αυτά εδώ που μας έφεραν το “χρυσό”;
Κ.Α.: Τον Ιούνιο οι τριτοετείς μας θα πάνε για δέκα μέρες στο Βερολίνο, ενώ οι δευτεροετείς θα δουλέψουν στην Αθήνα με σκηνοθέτες της LAMDA και ηθοποιούς της FONACT, της Διεθνούς Δραματικής Σχολής του Fontainebleau. Η ερχόμενη χρονιά είναι ακόμη στα σκαριά. Είναι αυτονόητο ότι αυτές οι διαδικασίες είναι εξαιρετικά χρονοβόρες και δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν χωρίς την αυτοθυσία του προσωπικού της Δραματικής αλλά και την ευρύτερη στήριξη του οργανισμού του Ωδείου Αθηνών. Ευτυχώς η φήμη που έχει δημιουργήσει η σχολή διεθνώς ανοίγει πλέον εύκολα τον δρόμο σε νέες συνεργασίες. Η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει η οικονομική στήριξη των προσπαθειών μας. Έχουμε απευθυνθεί σε δεκάδες οργανισμούς και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Αν, στο μεταξύ, κάποιος φωτισμένος ιδιώτης, διαβάζοντας το παρόν, θελήσει να κάνει μια θεάρεστη πράξη, με τεράστια χαρά θα του κρατήσουμε μια θέση εσαεί πρώτη σειρά κέντρο στις παραστάσεις μας και τις καρδιές μας!








