

Η Τεχεράνη επιχειρεί πλέον να μεταφέρει το βάρος του πολέμου από το ιρανικό έδαφος στις αραβικές πρωτεύουσες του Κόλπου. Όπως μετέδιδαν εχθές διεθνή Μέσα Ενημέρωσης, η ιρανική ηγεσία προειδοποίησε τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και άλλους συμμάχους της Ουάσινγκτον ότι μια νέα αμερικανική επίθεση στις υποδομές του Ιράν θα προκαλέσει πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια, ηλεκτρικά δίκτυα, μονάδες αφαλάτωσης και μεταφορές σε ολόκληρη την περιοχή.
Η απειλή προκάλεσε διπλωματική κινητοποίηση. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί επικοινώνησε με κυβερνήσεις που διαθέτουν πρόσβαση στον Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας τους να παρέμβουν ώστε να αποτραπεί ένας νέος γύρος βομβαρδισμών.
Ο Διάδοχος του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν φέρεται να ζήτησε από τον Αμερικανό πρόεδρο να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις, ενώ Σαουδική Αραβία, Κατάρ και Ομάν πιέζουν για κατάπαυση του πυρός. Είναι ξεκάθαρο πλέον πως για την Τεχεράνη η ασφάλεια των αραβικών οικονομιών συνδέεται πλέον άμεσα με τις αποφάσεις της Ουάσινγκτον.
Οι κινήσεις αυτές φωτίζουν το βασικό επιχείρημα του Stephen Walt σε πρόσφατο άρθρο του στο Foreign Policy για τη μακρά σειρά αμερικανικών πολέμων που κατέληξαν σε αποτυχία ή σε αποτελέσματα πολύ φτωχότερα από τις αρχικές εξαγγελίες. Το πρόβλημα, κατά τον Walt, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν στρατηγικές επιλογές όπου εμπλέκονται συχνά σε πολέμους περιορισμένου δικού τους ενδιαφέροντος, θέτοντας όμως εξαιρετικά φιλόδοξους πολιτικούς στόχους.
Αυτή η αναντιστοιχία είναι ορατή και στο Ιράν. Για την Ουάσινγκτον πρόκειται για έναν πόλεμο επιλογής, του οποίου οι στόχοι μετακινούνται ανάμεσα στην καταστροφή στρατιωτικών και πυρηνικών δυνατοτήτων, στην αποδυνάμωση του καθεστώτος και στην αναμόρφωση της περιφερειακής ισορροπίας. Αλλά και στο παρελθόν η αμερικανική υπεροχή κατάφερε να ανατρέψει γρήγορα καθεστώτα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, χωρίς να μπορέσει να οικοδομήσει την τάξη που θα δικαιολογούσε το κόστος των επεμβάσεων.
Ο Walt αντιπαραβάλλει σε αυτές τις αποτυχίες τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991. Τότε ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος έθεσε έναν σαφή και περιορισμένο στόχο, την απομάκρυνση των ιρακινών δυνάμεων από το Κουβέιτ, και σταμάτησε όταν τον πέτυχε. Η απόφαση να μην προχωρήσουν οι αμερικανικές δυνάμεις μέχρι τη Βαγδάτη άφησε άλυτα πολλά προβλήματα, προστάτευσε όμως τις ΗΠΑ από μια κατοχή που θα απαιτούσε να κυβερνήσουν μια διαιρεμένη και εχθρική κοινωνία. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η εγκατάλειψη αυτού του ορίου που είχαν βάλει οι ίδιες οι ΗΠΑ στον εαυτό τους, οδήγησε στην καταστροφή που γνωρίζουμε.
Το Ιράν αξιοποιεί τώρα την ίδια αδυναμία της αμερικανικής στρατηγικής. Απειλώντας τις υποδομές του Κόλπου και υπενθυμίζοντας την ευπάθεια των παγκόσμιων ενεργειακών ροών, αυξάνει το κόστος κάθε νέας αμερικανικής επίθεσης χωρίς να χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, υποχρεώνει τις αραβικές κυβερνήσεις, ακόμη και όσες φοβούνται την ιρανική ισχύ, να λειτουργήσουν ως δίαυλοι πίεσης προς τον Λευκό Οίκο. Η ανάμνηση του πλήγματος στις εγκαταστάσεις της Aramco το 2019 κάνει την προειδοποίηση ιδιαίτερα συγκεκριμένη και απειλητική…
Και κάπου εδώ βρίσκεται το αδιέξοδο της σημερινής αμερικανικής ηγεσίας. Η συνέχιση του πολέμου μπορεί να προκαλέσει μια περιφερειακή έκρηξη και σοβαρή διαταραχή στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, όμως μια συμφωνία από την άλλη πλευρά θα επιτρέψει πιθανότατα στο Ιράν να παρουσιάσει την επιβίωσή του ως νίκη και να ζητήσει ανταλλάγματα στα Στενά του Ορμούζ.
Έχει η Ουάσινγκτον τη δυνατότητα να καταστρέψει περισσότερες δομές στο εσωτερικό του Ιράν; Σαφώς και ναι. Αλλά πλέον δεν είναι εκεί το θέμα. Το μεγάλο ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι αν οι ΗΠΑ διαθέτουν έναν πολιτικό στόχο ανάλογο με τα πραγματικά της συμφέροντα και έναν τρόπο να σταματήσουν αυτόν τον πόλεμο προτού το Ιράν – για τον οποιοδήποτε λόγο – βρεθεί σε μια ακόμα καλύτερη διαπραγματευτική θέση.