

Τα 90ς έχουν το άρωμα τους. Και χαρακτηρίζονται και από τη δική τους μουσική πραγματικότητα πολύ μακρύτερα από κάθε νοσταλγικό poster θα περίμενς κανείς. Τραγούδησαν για την οργή, την ευαλωτότητα, την ψυχική εξάντληση πολύ πριν αυτές οι λέξεις γίνουν μέρος της καθημερινής δημόσιας συζήτησης. Οι Garbage δεν έγραφαν “στρατευμένα” τραγούδια- δεν κύλησαν σε κάμία μόδα. Οι στίχοι της Shirley Manson ήταν προσωπικοί, αλλά μέσα από αυτούς έθιγαν θέματα που σήμερα συζητάμε πολύ πιο ανοιχτά. Οι Garbage έδωσαν φωνή σε εμπειρίες που τότε αντιμετωπίζονταν ως προσωπικά προβλήματα και σήμερα τις αναγνωρίζουμε ως κοινωνικά ζητήματα.
Να κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα:
Δεν είναι ένα τραγούδι χωρισμού. Είναι σχεδόν μια δήλωση ανεξαρτησίας απέναντι σε μια τοξική σχέση.
Ίσως είναι το πιο επίκαιρο τραγούδι τους. Δεν κοροϊδεύει μια γυναίκα. Κοροϊδεύει την κουλτούρα που επιβραβεύει την επιφανειακότητα, την ανάγκη για αποδοχή και την κατασκευή μιας δημόσιας εικόνας. Αν είχε γραφτεί σήμερα, πολλοί θα το συνέδεαν με την οικονομία της προσοχής και τα social media.
“Hey boy, take a look at me…” Το τραγούδι παίζει διαρκώς με την έννοια της ταυτότητας και της επιθυμίας. Δεν παρουσιάζει μια γυναίκα που περιμένει να την ορίσει κάποιος άλλος· αντίθετα, η αφηγήτρια καθορίζει η ίδια τους όρους της σχέσης. Για τα μέσα των ’90s, αυτό ήταν αρκετά τολμηρό.
Αυτό είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο τραγούδι τους. Δεν λέει κυριολεκτικά ότι η ηρωίδα είναι ευτυχισμένη μόνο όταν βρέχει. Σατιρίζει την απαίτηση να είναι οι γυναίκες διαρκώς χαρούμενες, ευγενικές και αισιόδοξες. Η Shirley Manson έχει εξηγήσει ότι οι Garbage έπαιζαν με το στερεότυπο της “θυμωμένης alternative μπάντας”, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ένα τραγούδι που νομιμοποίησε τη μελαγχολία και την οργή ως συναισθήματα που δεν χρειάζεται να κρύβονται.
Στην πραγματικότητα μιλά για τις αντιφάσεις της επιθυμίας, της εξάρτησης και της δύναμης μέσα στις σχέσεις.
Δεν είναι ένα τραγούδι χωρισμού. Είναι σχεδόν μια δήλωση ανεξαρτησίας απέναντι σε μια τοξική σχέση.
Εμπνευσμένο από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Janice Galloway, μιλά για την ψυχική κατάρρευση, την εξάντληση και τις προσδοκίες που συνθλίβουν μια γυναίκα. Δεν υπάρχει ένα τραγούδι που να μιλά αποκλειστικά για το body image, αλλά η ίδια η Shirley Manson έχει πει επανειλημμένα ότι η μουσική βιομηχανία απαιτούσε από τις γυναίκες να είναι “όμορφες” πριν γίνουν “καλές”. Ο τίτλος και μόνο είναι σχεδόν μια οδηγία επιβίωσης. Δεν προσφέρει λύσεις ούτε αισιοδοξία. Περιγράφει την καθημερινή προσπάθεια να συνεχίσεις. Σήμερα θα το διαβάζαμε ως ένα τραγούδι για το burnout, το άγχος ή την κατάθλιψη.
Ένα τραγούδι για τη σύγκριση, τις σχέσεις εξουσίας και την ανάγκη να αποδεικνύεις συνεχώς την αξία σου.