
Δίκη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών για την δολοφονία της 28χρονης Κυριακής Γρίβας την 1η Απριλίου 2024 έξω από το αστυνομικό τμήμα των Αγίων Αναργύρων από τον πρώην σύντροφο της (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Δίκη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών για την δολοφονία της 28χρονης Κυριακής Γρίβας την 1η Απριλίου 2024 έξω από το αστυνομικό τμήμα των Αγίων Αναργύρων από τον πρώην σύντροφο της (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Ακόμα μία γυναίκα δολοφονήθηκε στην Καλαμάτα, επιβεβαιώνοντας για ακόμα μία φορά πως «οι δράστες έχουν τα κλειδιά του σπιτιού τους».
Ακόμα μία γυναίκα προστέθηκε στη μακρά λίστα όσων πλήρωσαν με τη ζωή τους την ανδρική κτητικότητα, τον έλεγχο, την αίσθηση εξουσίας πάνω στο σώμα και την ύπαρξή τους, ενώ εμείς για ακόμα μία φορά θρηνούμε ακόμα ένα θύμα μιας κοινωνίας ποτισμένης με πατριαρχικές αντιλήψεις.
Το «ακόμα μία» ωστόσο φαίνεται πως είναι και η μεγαλύτερη ήττα της γιατί η κοινωνία μας έχει πλέον συνηθίσει τις γυναικοκτονίες. Έχει εξοικειωθεί με την ιδέα της δολοφονίας γυναικών από άνδρες (πρώην ή νυν) που ξεχειλίζουν από τοξική αρρενωπότητα και όσο το «ακόμα μία» επιστρέφει σαν επώδυνη επωδός, τόσο θα το εκλαμβάνει ως αδιάφορο ρεφρέν σε πολυπαιγμένο τραγούδι.
Πόσες όμως ακόμα γυναίκες χρειάζεται να θυσιαστούν για να θεραπεύσουμε μια βαθιά άρρωστα σεξιστική κοινωνία που συγκλονίζεται διαρκώς από το ίδιο έγκλημα, αλλά δεν επεμβαίνει για να το αποτρέψει;
To πρόβλημα δεν είναι μόνο ο άνδρας που σήκωσε το χέρι του, που τράβηξε τη σκανδάλη, που κάρφωσε το μαχαίρι, που έσφιξε τον λαιμό μιας γυναίκας μέχρι να σβήσει η ανάσα της.
Το πρόβλημα είναι και η κοινωνία μας που εξακολουθεί να παράγει εργοστασιακά τέτοιους άνδρες. Μια κοινωνία που διδάσκει στα κορίτσια να μην προκαλούν και στα αγόρια να κυριαρχούν. Που μαθαίνει στις γυναίκες να ζουν με τον φόβο και στους άνδρες να απαιτούν. Που εξακολουθεί να θεωρεί την ανδρική επιθετικότητα ως φυσικό χαρακτηριστικό και τη γυναικεία υποχώρηση ως αρετή.
Μεγαλώνουμε αντιμετωπίζοντας τον έλεγχο, τη ζήλια και την εμμονή ως «δείγματα αγάπης» κι όχι ως προειδοποιητικά σημάδια επικίνδυνης συμπεριφοράς. Μεγαλώνουμε με τον άνδρα τον «σωστό» που «δεν σηκώνει προσβολές». Με τον άντρα που μπορεί και να «θολώσει» όταν «πληγωθεί ο εγωισμός του». Λες και η δολοφονία είναι ένα φυσικό επακόλουθο της ματαιωμένης αρρενωπότητας, η οποία μετριέται με την επιβολή.
Κάποτε άλλωστε οι γυναικοκτονίες είχαν βαφτιστεί εξωραϊσμένα «εγκλήματα πάθους» και «τιμής». Πρόκειται ίσως για την πιο απαρχαιωμένη, προσβλητική και βολική ψευδαίσθηση που επινοήσαμε ποτέ γιατί επέτρεπε σε όλους να ανασάνουν ανακουφισμένοι πως «δεν έχει να κάνει με εμάς». Γιατί απλά κάποιος άνδρας τυφλώθηκε από τον έρωτα ή τη ζήλεια, παίρνοντας αυτόματα συγχωροχάρτι από μια κοινωνία που εκπαιδεύτηκε να δίνει ελαφρυντικά στον οργισμένο δράστη και να «δικάζει» το θύμα.
«Γιατί έμεινε; Γιατί δεν έφυγε νωρίτερα; Γιατί δεν μίλησε; Γιατί δεν κατήγγειλε;».
Σχεδόν ποτέ όμως δεν ακούγεται το μόνο ερώτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί: Γιατί ένας άνδρας πίστεψε ότι είχε το δικαίωμα να αποφασίσει αν μια γυναίκα θα συνεχίσει να ζει; Αν θα είναι δική του ή κανενός; Γιατί ένας άνδρας έφθασε στην κορυφή του παγόβουνου της έμφυλης βίας σκοτώνοντας μια γυναίκα επειδή είναι γυναίκα;
Στην Καλαμάτα, όπως και στην Αθήνα, στους Αγίους Αναργύρους, στη Θεσσαλονίκη, στην Κρήτη, στην Κέρκυρα, στη Ρόδο και σε τόσες άλλες γωνιές της χώρας, ένας άνδρας σκότωσε μια γυναίκα που ισχυρίστηκε ότι αγαπούσε. Και πάλι όμως θα ακουστούν οι ίδιες φράσεις. Οι ίδιες λέξεις, σαν λευκά σεντόνια πάνω από το ίδιο αιματοβαμμένο σκηνικό: «οικογενειακή τραγωδία», «έγκλημα πάθους», «κακιά στιγμή», «δεν έδειχνε τέτοιος άνθρωπος».
Όχι, το πάθος δεν σκοτώνει. Η ιδιοκτησιακή αντίληψη σκοτώνει. Η ανάγκη ελέγχου σκοτώνει. Ο ναρκισσισμός που δεν αντέχει την απόρριψη σκοτώνει. Η πεποίθηση ότι μια γυναίκα είναι κτήμα κάποιου σκοτώνει.
Κι όμως, ακόμη και σήμερα, κάποιοι ενοχλούνται περισσότερο από τη λέξη «γυναικοκτονία» παρά από το ίδιο το έγκλημα. Ένα έγκλημα που αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο ενός βιβλίου το οποίο γράφεται επί χρόνια. Με προσβολές, εξευτελισμούς, χαστούκια που συγχωρέθηκαν, καταγγελίες που αγνοήθηκαν, φόβους που υποτιμήθηκαν. Είναι η τελική πράξη ενός μοτίβου που ως κοινωνία έχουμε κανονικοποιήσει: έλεγχος, ζήλια, απειλή, υποτίμηση, σιωπή.
Την ίδια ώρα, αναζητούμε εξηγήσεις για τον δράστη (αν είχε ψυχολογικά προβλήματα ή ήταν πιεσμένος), αλλά σπάνια δικαιοσύνη για το θύμα. Πόσο μάλλον να απαιτήσουμε πραγματικά το «ποτέ ξανά».
Κάθε δολοφονημένη γυναίκα όμως δεν είναι ένας αριθμός, θύμα κάποιου μυστηριώδους πεπρωμένου. Είναι μια ζωή που τερμάτισε βίαια ένας άνδρας. Και κάθε προσπάθεια να την εντάξουμε απλώς σε ένα αστυνομικό δελτίο, είναι μια δεύτερη πράξη βίας πάνω της: αυτής της λήθης.
Όπως και κάθε γυναικοκτονία δεν είναι εκτροπή μιας υγιούς κοινωνίας, αλλά πλοκάμια μιας προβληματικής και μια συλλογική αποτυχία.
Δεν είναι μόνο η εγκληματική αδράνεια των θεσμών μπροστά στη μάστιγα των γυναικοκτονιών, η επιδερμική προσέγγιση των αιτιών της έμφυλης βίας, η παντελής απουσία υποστήριξης των θυμάτων, η διαρκής υποβάθμιση του φαινομένου ως αποτέλεσμα οικογενειακών και προσωπικών διαφορών ή η παντελής έλλειψη εκπαίδευσης των υπαλλήλων στους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς.
Είναι ότι αντιμετωπίζουμε κάθε γυναικοκτονία σαν μπόρα που θα περάσει κι όχι σαν πυρκαγιά που καίει χρόνια κάτω από την επιφάνεια. Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι οι φλόγες. Είναι ότι έχουμε μάθει να ζούμε με τον καπνό.
Είναι ότι αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα το τέρας, τις αιτίες που το θρέφουν και την αδυσώπητη αλήθεια: Ότι ένας άνδρας δολοφόνησε μια γυναίκα επειδή πίστεψε ότι η ζωή της τού ανήκει. Ότι είχε το δικαίωμα να ελέγχει, να κατέχει και να τιμωρεί όταν δεν θα ήταν πια ιδιοκτησία του.
Η αναγνώριση, λοιπόν, αρχικά του όρου γυναικοκτονία δεν είναι κάποιο απωθημένο των γυναικών, ένα καπρίτσιο εξοργισμένων φεμινιστριών ή μια γλωσσική επιλογή. Αποτελεί κοινωνική ανάγκη κι ένα βασικό εργαλείο για την ανάδειξη των βαθιών πατριαρχικών δομών που οπλίζουν το χέρι του θύτη, ώστε να σταματήσουμε επιτέλους να μετράμε κάθε χρόνο τις γυναίκες που δεν είναι πια εδώ, εξαιτίας κάποιου μάτσο απόλυτου αρσενικού.
Η γυναικοκτονία στην Καλαμάτα δεν είναι ακόμα μία τραγωδία. Η τραγωδία έχει κάτι το αναπόφευκτο. Είναι ένας καθρέφτης. Και μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη δεν βλέπουμε μόνο τον δολοφόνο. Βλέπουμε όλες τις μικρές και μεγάλες κοινωνικές ανοχές που τον γέννησαν. Βλέπουμε όλα όσα επιτρέψαμε λόγω του «πού να μπλέκεις τώρα». Όλα όσα δικαιολογήσαμε. Όλα όσα μάς έκαναν συνένοχους με τη σιωπή μας. Όλα όσα προσπεράσαμε με ένα τηλέφωνο που δεν απαντήθηκε όπως έπρεπε, με μια καταγγελία που δεν αντιμετωπίστηκε με τη σοβαρότητα που έπρεπε, με ένα βλέμμα που έδειχνε φόβο, αλλά κρίθηκε υπερβολικό, με ουρλιαχτά που μεταφράσαμε «οικογενειακά καβγά».
Σε αυτόν τον καθρέπτη η βουβή κραυγή που έπρεπε να είχαμε ακούσει πριν πνιγεί μέσα στον φόβο, αποκτά πρόσωπο. Αλλά είναι το δικό μας που μας τρομάζει.
Και μέχρι να ξεθάψουμε το θάρρος να σταθούμε μπροστά του και να τον αντιμετωπίσουμε, οι γυναικοκτονίες θα συνεχίσουν να επιστρέφουν σαν εφιάλτης, σε ένα φρικτό ραντεβού που δεν ακυρώνεται ποτέ. Το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε θα μας σοκάρει ακόμα μία.

