Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaEDIT

Η Γωγώ Μαστροκώστα και το έγκλημα κατά των γυναικών

Σχεδόν κανείς δεν είχε αναρωτηθεί τι σημαίνει να ζεις τόσα χρόνια ως εθνική φαντασίωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Να σε κοιτάζουν, αλλά χωρίς να σε βλέπουν πραγματικά

Υπάρχουν άνθρωποι που λούστηκαν γενεσιουργά με χρυσόσκονη και ευλογήθηκαν να τη σκορπούν σε κάθε τους βήμα. Υπάρχουν άνθρωποι που τυφλώθηκαν από αυτήν κι άλλοι που αιχμαλωτίστηκαν σε μια ψευδεπίγραφη, άρτια σκηνοθετημένη, εικόνα τους. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν σε ένα δαιδαλώδες τούνελ από λάμψη και φώτα, αδυνατώντας να βρουν την έξοδο στον εαυτό τους.

Και μετά ήταν η Γωγώ Μαστροκώστα, η οποία άφησε τη χρυσόσκονη να πέσει γύρω της, αλλά όσο κι αν περπάτησε στα μονοπάτια που χάραξε μπροστά της, δεν έχασε ποτέ τον προορισμό της. Δεν συμβιβάστηκε με τίποτα λιγότερο από το πραγματικό νόημα της ζωής, αρνούμενη πεισματικά να υποταχθεί στα δεσμά εκείνης που έχτισαν άλλοι γι΄ αυτήν, χωρίς αυτήν.

Η Γωγώ Μαστροκώστα δεν έγινε ποτέ επαγγελματίας διάσημη και υλικό lifestyle κατανάλωσης, τροφοδοτώντας τα ανθρωποφάγα μίντια με ίντριγκες, σκάνδαλα, καβγάδες, οικογενειακές στιγμές και ευτελείς αποκαλύψεις. Ούτε καν με δακρύβρεχτες τηλεοπτικές εξομολογήσεις αν και το «δικαιούταν» περισσότερο ίσως και από κάθε άλλον.

Σε μια εποχή που η υπερέκθεση ήταν (και παραμένει) κάτι σαν υποχρέωση για όποιον αγωνιά να παραμείνει «μέσα στα πράγματα», εκείνη απάντησε στον θόρυβο με εκκωφαντική σιωπή και δεν επέτρεψε ποτέ ο Γολγοθάς που ανέβαινε να διαμορφώσει την ταυτότητά της μέσα από την εμπορευματοποίηση του πόνου της.

Σπάνια αξιοπρεπής, δεν έκρυψε εντελώς τη μάχη της, αλλά μίλησε μόνο όταν ένιωσε πως είχε κάτι ουσιαστικό να πει, χωρίς μελόδραμα και χωρίς να διεκδικήσει τον τίτλο της ηρωίδας. Απέδωσε μάλιστα στον εαυτό της τον χαρακτηρισμό τυχερή, μαρτυρώντας τόσα πολλά για τον χαρακτήρα της, καθώς ο πραγματικά δυνατός άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να διαφημίσει τη δύναμή του. Ο πραγματικά δυνατός άνθρωπος δεν κραυγάζει τον πόνο του, αλλά παλεύει αθόρυβα, κουβαλώντας τον μακριά από τη δημόσια έκθεση. Όχι επειδή δεν υποφέρει, αλλά επειδή επιλέγει να προστατεύσει κάτι βαθύτερο: την αξιοπρέπειά του.

Και η Γωγώ Μαστροκώστα, σε όλη της τη ζωή κράτησε ψηλά τη σημαία της αξιοπρέπειας, αντιστεκόμενη σθεναρά σε μια ολόκληρη -τηλεοπτική και μη- εποχή που καταβρόχθιζε τις γυναίκες.

Ήταν η εποχή των 90’s και 00’s που μας έμαθε να κοιτάμε πρώτα το σώμα σε μια γυναίκα, η οποία όφειλε, μπροστά στον φακό, να δείχνει ποθητή, αλλά όχι απρόσιτη. Αρκετά προκλητική, αλλά όχι πρόστυχη (σαν το ίδιο το σύστημα). Σέξι, αλλά όχι χυδαία. Δυναμική, αλλά όχι «δύσκολη». Ένα αδύνατο παιχνίδι ισορροπίας, όπου πάντα μια εκπομπή ή κάποιος τίτλος περιοδικού αποφάσιζε αν οι γυναίκες ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της εικόνας ή αποτύγχαναν.

Ήταν η εποχή των «εκρηκτικών παρουσιών» που δημιουργούσε γυναίκες – στόχους (είτε σχολιασμού, είτε πόθου) και τις αντιμετώπιζε σαν αναλώσιμο θέαμα. Που η δημόσια εικόνα τους δεν τις ανήκε πραγματικά. Ανήκε στα glossy πρωτοσέλιδα, στις εκπομπές lifestyle, στα πάνελ που σχολίαζαν σώματα, ηλικίες, κιλά, σχέσεις, ρούχα, βλέμματα και «συμπεριφορές». Μια γυναίκα μπορούσε να γίνει διάσημη μέσα σε μια νύχτα, αλλά το ίδιο ξαφνικά μπορούσε να εξευτελιστεί δημόσια μπροστά σε εκατομμύρια θεατές. Μπορούσε να αποθεωθεί για τη σεξουαλικότητά της και ταυτόχρονα να μικρύνει ως άνθρωπος μέσα στην ίδια πρόταση.

Η «πιο αυθόρμητη, ανέμελη και απελευθερωμένη τηλεόραση» ήταν στην πραγματικότητα μια περίοδος ακραίας κανιβαλοποίησης των γυναικών, μεταμφιεσμένης σε ψυχαγωγία. Μια εποχή κανονικοποιημένης κακοποίησης, όπου το σεξιστικό σχόλιο θεωρούταν χαριτωμένο χιούμορ, η προσβολή βαφτιζόταν «ευφυής τηλεοπτική ατάκα» και η εισβολή στην προσωπική ζωή παρουσιαζόταν ως «showbiz ενημέρωση».

Εμείς, πάλι, έχοντας νιώσει πιο «πλούσιοι» και πιο «Ευρωπαίοι», εκπαιδευτήκαμε, εκλαμβάνοντας ως αυτονόητο και κεκτημένο δικαίωμα, να σχολιάζουμε ένα σώμα σαν δημόσιο αγαθό, βάσει των προτύπων που είχαν δημιουργήσει τα μίντια. Πετούσαμε καθημερινά και ανερυθρίαστα, στη δημόσια αρένα της διαρκούς αξιολόγησης, γυναίκες όπως η Μαστροκώστα.

Δεν αρκούσε να είναι επιτυχημένες· έπρεπε να είναι διαρκώς επιθυμητές, εκτυφλωτικές, αδύνατες, όλα σε υπερθετικό, αλλά όχι ενοχλητικό βαθμό. Κι αν κάποια ξέφευγε από το καλούπι, τα Μέσα τη συνέφεραν μέσω χλευασμού, επιστρατεύοντας μέχρι και πρωτοσέλιδα που σημάδευαν την κυτταρίτιδα με κόκκινους κύκλους. Η τραγουδίστρια που μεγάλωνε γινόταν θέμα. Η παρουσιάστρια που πήρε κιλά, θέαμα. Και η ηθοποιός που χώριζε, δημόσιο διαπόμπευμα. Όλες τους αποδομούνταν, ταπεινώνονταν και κατασπαράζονταν ως καταναλωτικά προϊόντα, ενώπιον ενός αδηφάγου κοινού με σχεδόν σαδιστικό τρόπο. Όλες τους υπήρχαν μόνο όσο παρέμεναν επιθυμητές στο μάτι, πριν αφήσουν τη θέση τους στην επόμενη.

Ολόκληρη έτσι η Ελλάδα, σε ρόλο ηδονοβλεψία, κοιτούσε τη Μαστροκώστα και διεγειρόταν, έχοντας μετατρέψει το σώμα της σε δημόσια ιδιοκτησία, όμως η ίδια προστάτεψε τη ζωή της από το να γίνει δημόσια αφήγηση, κρατώντας ένα κομμάτι της, το πιο ιερό, μόνο γι΄ αυτούς που αγαπούσε.

Έπρεπε ωστόσο να συνειδητοποιήσουμε, μόνο μετά τον θάνατό της και τη μάχη που έδωσε, πόσο μικρό και φτηνό ήταν να χαρακτηρίζουμε γυναίκες, όπως η Μαστροκώστα από την εμφάνισή τους, λες και ήταν το μοναδικό στοιχείο της ύπαρξής τους που είχε αξία. Πόσο την είχαμε τραυματίσει ως χρόνιο θύμα των αμείλικτων βλεμμάτων μας.

Μόνο όταν μίλησε δημόσια για τον καρκίνο, έγινε ξαφνικά γήινη κι «αξιοσέβαστη», όχι γιατί ράγισε η εικόνα της, αλλά γιατί ξεγυμνώθηκε η υποκρισία μας. Ήταν ο πόνος, η ευαλωτότητα του σώματός της κι όχι η ομορφιά της που της έδωσε πίσω στα μάτια μας την ανθρώπινη υπόσταση. Ακόμα κι αν η θηλυκότητά της απείχε από τη συνήθως ψυχρή υπόσταση ενός μοντέλου, εκπέμποντας τη ζεστασιά της γυναίκας που όλοι θα ήθελαν στη διπλανή –πόσο μάλλον στην ίδια- πόρτα, πάντα την αντιμετωπίζαμε ως την άδεια «κορμάρα» στο εξώφυλλο.

Γιατί όμως να χρειαστεί μια γυναίκα να υποφέρει για να τη δούμε αλλιώς; Γιατί να πρέπει να πληρώσει ένα τόσο βαρύ τίμημα για να συνειδητοποιήσουμε πως ήταν ένας κανονικός άνθρωπος που γερνούσε κανονικά, αγαπούσε κανονικά, αρρώσταινε κανονικά; Το μόνο ίσως που δεν έκανε κανονικά η Μαστροκώστα ήταν να φοβάται, καθώς ο μοναδικός της φόβος ήταν μήπως και δεν προλάβει να δει την κόρη της να μεγαλώνει.

Σχεδόν κανείς δεν είχε αναρωτηθεί τι σημαίνει να ζεις τόσα χρόνια ως εθνική φαντασίωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Να σε κοιτάζουν, αλλά χωρίς να σε βλέπουν πραγματικά.

Δεν πρόκειται για ηθικολογία, ούτε για εύκολη καταδίκη εκ των υστέρων μιας άλλης εποχής που αφήσαμε πίσω, καθώς δεν συντρίψαμε τη νοσηρή κουλτούρα. Απλώς τη μεταφέραμε από τα πρωινάδικα στο TIkTok, από τα εξώφυλλα στο Instagram και από τα panels στα comments.

Μια ολόκληρη εποχή – που τα μίντια δεν καθρέφτιζαν την κοινωνία, αλλά τη διαμόρφωναν – επέβαλε στη Μαστροκώστα την ταμπέλα του «συμβόλου του σεξ», ωστόσο εκείνη, γνωρίζοντας καλύτερα το παιχνίδι που είχε στηθεί εναντίον των γυναικών, όχι μόνο δεν έπεσε στην παγίδα, αλλά άλλαξε εντελώς τους κανόνες, εκθέτοντας την ψευδοηθική μας. Τα κροκοδείλια δάκρυα μιας ρηχής συγκίνησης για μια γυναίκα που μας απασχόλησε πρώτα για το σώμα και στο τέλος (της) για την ψυχή.

Η Γωγώ Μαστροκώστα πέθανε, αλλά πρώτα μάς παρέδωσε μαθήματα ζωής. Γι΄ αυτό και δεν της ταιριάζει μια στερεοτυπική αγιογραφία του τύπου «πάλεψε γενναία», ούτε αφιερώματα γεμάτα νοσταλγία, με «θρυλικές» στιγμές μιας τηλεόρασης που παρήγαγε μαζικά σεξισμό, όπως δεν της ταίριαζαν και οι φαλλοκρατικοί τίτλοι των εξώφυλλων. Πριν από τον καρκίνο, είχε καταφέρει πρώτα να νικήσει κι ένα ολόκληρο σύστημα, κάνοντάς μας να συνειδητοποιήσουμε πόσο λάθος βλέπαμε τις γυναίκες…

popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.