

Η σύγκρουση της λήθης με τη μνήμη είναι πάντοτε ένα ενδιαφέρον μπρα ντε φερ… Αν είσαι μάλιστα δημοσιογράφος, η προσπάθεια να ανασύρεις περιστατικά που είχαν κάποια αξία για σένα, δεν έχει μόνο χαρακτήρα προσωπικής ανάμνησης. Απαλλαγμένος από την ιδιωτικότητα των στιγμών ή από τα off the record, καταθέτεις τη δική σου μαρτυρία για τα δημόσια πρόσωπα, φωτίζεις την προσωπικότητά τους, προσθέτεις μια ψηφίδα στο ιστορικό πορτρέτο τους.
Ας μου επιτραπεί το εξομολογητικό και το προσωπικό του ύφους, αλλά προσπάθησα να μπω στο τούνελ της μνήμης, επ’ αφορμή της συμπλήρωσης 30 ετών από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, για να θυμηθώ πώς και πότε τον γνώρισα από κοντά πρώτη φορά, τι μου είπε, πώς ένιωσα, τι σημασία είχε αυτή η επαφή για έναν νεαρό δημοσιογράφο που κάλυπτε τότε τη συμμετοχή του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ σε μία διεθνή συνάντηση. Ήταν Δεκέμβριος του 1991, στη Μαδρίτη, και ο Ανδρέας, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έπαιρνε μέρος στη Διάσκεψη των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών Ηγετών, που είχε συγκληθεί από τον Ισπανό πρωθυπουργό Φελίπε Γκονζάλες, ενόψει της ιστορικής Συνόδου Κορυφής του Μάαστριχτ.
Η Μαδρίτη είχε βαρύ χειμώνα, αλλά η συνάντηση είχε μεγάλο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, καθώς οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές είχαν συναντηθεί στην ισπανική πρωτεύουσα για να προσεγγίσουν τις εξελίξεις και να διαμορφώσουν την πολιτική γραμμή του χώρου. Ο Ανδρέας είχε φτάσει συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Δήμητρα Λιάνη, τον εκπρόσωπό του, Τηλέμαχο Χυτήρη και τον Χρήστο Παπουτσή, ευρωβουλευτή και αντιπρόεδρο της Σοσιαλιστικής Ομάδας του ευρωκοινοβουλίου.
Νεαρός πολιτικός συντάκτης τότε της εφημερίδας «Επικαιρότητα», αντιμετώπιζα την παρουσία μου στη Μαδρίτη ως ευκαιρία – για να μην πω ως «δώρο» – ώστε να γνωρίσω τον Ανδρέα και να ανταλλάξω δυο λέξεις μαζί του… Η επιδίωξή μου θα έπαιρνε τελικά σάρκα και οστά με τη βοήθεια του Τηλέμαχου Χυτήρη, ενός από τους πιο μειλίχιους και υποστηρικτικούς προς τους δημοσιογράφους πολιτικούς, που άφησε εποχή μαζί με τον Δημήτρη Ρέππα, στο απαιτητικό πόστο του κυβερνητικού εκπροσώπου.
Ο Τηλέμαχος δεν ήθελε απλά να βοηθήσει, είχε τον τρόπο για να το επιχειρήσει και βρήκε το κατάλληλο timing και για να το κάνει. Κάποια στιγμή στις υπόγειες κατακόμβες της Μαδρίτης, εκεί που όλη η ελληνική αποστολή, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, απολαμβάναμε μια αυθεντική βραδιά φλαμένκο, ο Χυτήρης με φώναξε για να με συστήσει στον Παπανδρέου.
Όρθιος ο Ανδρέας, καταπονημένος από την περιπέτεια της υγείας του, αλλά πάντοτε λαμπερός, μου έδωσε το χέρι, ακούγοντας τον Χυτήρη να με παρουσιάζει ως «νέο πολιτικό συντάκτη της “Επικαιρότητας” με ενδιαφέρουσα αρθρογραφία…». «Μα, σας διαβάζω», ήρθε η απάντηση του Ανδρέα, που με έβαλε ακόμα πιο βαθιά στις… κατακόμβες, ενώ έσφιγγε θερμά το χέρι μου…
Να πω ότι πήγα να λιποθυμήσω; Λίγο θα είναι… Μου είπε κι άλλα, ζητώντας τη γνώμη μου για τη Διάσκεψη, στο πιο απίστευτο ίσως τετ α τετ της σχετικά μικρής μέχρι τότε δημοσιογραφικής μου διαδρομής. Ήμουν απολύτως βέβαιος ότι ο Ανδρέας μέχρι τότε αγνοούσε (και δικαίως) τη δημοσιογραφική ύπαρξή μου, η ευγένειά του, ωστόσο, η απίθανη μενταλίτε που τον χαρακτήριζε και ο γενναιόδωρος χαρακτήρας του, τον οδήγησε να αντιμετωπίσει έναν νεαρό πολιτικό συντάκτη, λες και ήταν ο… Καραπαναγιώτης.
Σήμερα, που συμπληρώνονται 30 χρόνια από τον θάνατό του, σκέφτηκα ότι μπορώ να δημοσιοποιήσω το περιστατικό. Και να πω ότι, αν μου ζητούσαν να περιγράψω μονολεκτικά ποιος ήταν ο Ανδρέας, πέρα από ιδιοφυής πολιτικός, δημεγέρτης και διεθνής προσωπικότητα, θα πρόσθετα μία και μόνο λέξη: άρχοντας!