

Η Nama Dama, κατά κόσμον Αναστασία Δημητριάδου, είναι μουσικός, τραγουδίστρια, παραγωγός και performer από τη Λευκωσία. Ένα από εκείνα τα πρόσωπα της σύγχρονης κυπριακής μουσικής σκηνής που δύσκολα χωράνε σε μία ταμπέλα. Κινείται ανάμεσα στην pop, την electronica, την avant-garde και τον πειραματισμό, φτιάχνοντας έναν ήχο που μπορεί να είναι ταυτόχρονα εύθραυστος και θορυβώδης, παιχνιδιάρικος και σκοτεινός.
Η Nama Dama έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τη solo δουλειά της και τις ζωντανές εμφανίσεις της. Η μουσική της δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως soundtrack αλλά ως μια σωματική, σχεδόν θεατρική εμπειρία. Οι συνθέσεις της συχνά μοιάζουν να βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, σαν να μην έχουν αποφασίσει αν θέλουν να γίνουν τραγούδι, performance ή κάτι εντελώς άλλο. Και μάλλον αυτή ακριβώς είναι η γοητεία τους.
Τώρα μεταφέρει αυτό το ανήσυχο μουσικό της σύμπαν στον «Ίωνα» του Ευριπίδη, τη νέα παραγωγή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. Ο ευφυής σκηνοθέτης επιστρέφει στην Επίδαυρο με ένα από τα λιγότερο παιγμένα έργα του Ευριπίδη που μοιάζει όμως να έχει αρκετούς λόγους να μας αφορά σήμερα. Μια γυναίκα που έχει υποστεί σεξουαλική βία, ένα παιδί που μεγαλώνει χωρίς να γνωρίζει την καταγωγή του, ένας κόσμος όπου η νομιμότητα και η δικαιοσύνη δεν ταυτίζονται απαραίτητα και θεοί που κάθε άλλο παρά αθώοι είναι. Δεν χρειάζεται και πολύ για να καταλάβεις γιατί ο Ευριπίδης εξακολουθεί να μας κάνει να νιώθουμε λίγο άβολα.
Στον κόσμο αυτόν μπαίνει και η μουσική της Nama Dama. Υπογράφει τον σχεδιασμό των ηχοτοπίων και τη μουσική διδασκαλία, ενώ θα βρίσκεται ζωντανά επί σκηνής μαζί με τους μουσικούς Νικόλα Τσαγγάρη και Ζήνωνα Οικονομίδη. Και κάπως έτσι, λίγο πριν από την Επίδαυρο, η νεαρή συνθέτρια καλείται να κάνει κάτι που φαίνετα να της ταιριάζει πολύ. Να βάλει έναν πολύ παλιό κόσμο να ακούγεται σαν να συμβαίνει τώρα.
Άφησες μια ασφαλή επαγγελματική πορεία για να ακολουθήσεις τη μουσική. Υπήρξε στιγμή που φοβήθηκες ότι είχες κάνει λάθος επιλογή; Για μένα δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά άλλη διαδρομή. Αυτό που άλλαξε με τα χρόνια δεν ήταν η αγάπη μου για τη μουσική, αλλά ο φόβος. Όσο λιγόστευε ο φόβος, τόσο πιο έτοιμη ήμουν να αφήσω πίσω μου την ιδέα της ασφάλειας και της σταθερότητας. Για να είμαι ειλικρινής, η προηγούμενη επαγγελματική μου πορεία δεν με έκανε καθόλου ευτυχισμένη και ειδικά για τη δική μου γενιά, αυτές οι βεβαιότητες δεν υπάρχουν πια όπως παλιά. Πιστεύω ότι όταν κάνεις κάτι με συνέπεια, φιλότιμο και έχοντας τις σωστές αξίες, οι κόποι σου αργά ή γρήγορα θα καρποφορήσουν.
Ξεκίνησες μόνη, με looping, γιατί δεν έβρισκες τους κατάλληλους συνεργάτες. Τελικά αυτό που τότε έμοιαζε αδιέξοδο έγινε η ταυτότητά σου. Το βλέπεις σήμερα σαν τύχη; Το βλέπω σαν ένα αναγκαίο κεφάλαιο που έπρεπε να περάσω για να βρίσκομαι σήμερα εδώ. Εκείνη την περίοδο το looping δεν ήταν καθαρά μια συνειδητή καλλιτεχνική επιλογή, αλλά γεννήθηκε από την ανάγκη. Πιστεύω ότι πολλές φορές οι περιορισμοί μάς κάνουν πιο δημιουργικούς και μας αναγκάζουν να βρούμε λύσεις που ίσως δεν θα ανακαλύπταμε ποτέ αν όλα ήταν εύκολα. Οπότε ναι, σήμερα μπορώ να πω ότι ήταν κάτι όμορφο που γεννήθηκε μέσα από μια δυσκολία.
Η μουσική σου μοιάζει τελετουργική, αλλά ταυτόχρονα πολύ σύγχρονη. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στο αρχέγονο και το ηλεκτρονικό χωρίς να γίνεται “μουσειακή” ή “φουτουριστική”; Νομίζω ότι η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό στοιχείο για μένα. Είναι κάπως η πυξίδα μου σε ό,τι κάνω. Δεν κάθομαι να σκεφτώ αν κάτι είναι αρκετά παραδοσιακό ή αρκετά σύγχρονο. Προσπαθώ να γράφω αυτό που βγαίνει φυσικά από μέσα μου και να είμαι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό μου. Πιστεύω ότι όταν υπάρχει αυτή η ειλικρίνεια, η μουσική βρίσκει από μόνη της τη μορφή που της ταιριάζει.
Οι παραστάσεις σου μοιάζουν περισσότερο με συναυλίες ή με τελετές; Η συναυλία είναι μια μορφή τελετής. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στην παρουσία. Όταν ανεβαίνω στη σκηνή, δεν αισθάνομαι ότι απλώς εκτελώ μουσική, αλλά προσπαθώ να είμαι παρούσα στη στιγμή και αυτό είναι για μένα η ουσία της τελετουργίας. Το looping είναι επίσης μέρος αυτής της διαδικασίας. Η ίδια η επανάληψη και το χτίσιμο των στρωμάτων έχει κάτι τελετουργικό γιατί με βοηθά να γειώνομαι και να μπαίνω σταδιακά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση παρουσίας δίχως φοβο και να δημιουργώ έναν κόσμο μέσα στον οποίο καλώ και το κοινό να μπει μαζί μου.
Έχεις ονομάσει τη μουσική σου Pagan Soul. Νιώθεις ότι αυτή η αισθητική βρίσκει φυσικά τη θέση της σε ένα αρχαίο ελληνικό δράμα; Στο θέατρο δουλεύω πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι στην προσωπική μου μουσική. Δεν προσεγγίζω κάθε έργο με την πρόθεση να μεταφέρω την αισθητική του Pagan Soul. Η μουσική γεννιέται από τις ανάγκες του ίδιου του έργου, του σκηνοθέτη, των ηθοποιών και της δραματουργίας. Γενικά είμαι αρκετά ανοιχτή ως προς τα μουσικά είδη και δεν νιώθω ότι πρέπει να ενσωματώνω παντού όλα όσα χαρακτηρίζουν τη δική μου προσωπική δουλειά. Αν κάποια στοιχεία συναντηθούν οργανικά, θα τα ακολουθήσω. Αν όχι, δεν προσπαθώ να τα επιβάλω.


Όταν γράφεις για το θέατρο, γράφεις σαν συνθέτρια ή σαν θεατής που προσπαθεί να καταλάβει το έργο; Νομίζω πως διαβάζω το κείμενο σαν θεατής. Όταν όμως αρχίζω να γράφω, δεν είμαι πια θεατής. Δένομαι τόσο πολύ με τον κόσμο του έργου, που κάνω μια βουτιά κι εγώ μέσα σε αυτόν και τον αφήνω να με καταπιεί. Η μουσική λοιπόν είναι το απόσταγμα αυτής της βύθισης.
Η Επίδαυρος έχει μια σχεδόν μυθική βαρύτητα. Σε επηρέασε αυτό όταν έγραφες ή προσπάθησες να το αγνοήσεις; Σκέφτηκες ποτέ πώς θα “αναπνεύσει” αυτή η μουσική σε έναν τόσο ιδιαίτερο χώρο; Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή προσπάθησα να μη τη σκέφτομαι. Δεν ήθελα να μπω στη διαδικασία να λέω στον εαυτό μου ότι «γράφω για την Επίδαυρο», γιατί θεωρούσα ότι αυτό θα επηρέαζε τη δημιουργική μου διαδικασία. Προσπάθησα απλώς να γράψω αυτό που μου έβγαινε. Τώρα που ολοκληρώσαμε την περιοδεία της παράστασης στην Κύπρο, ανυπομονούμε πολύ να παίξουμε εκεί. Είναι μια τεράστια ευκαιρία και πραγματικά μια ευλογία για όλους μας. Ταυτόχρονα, προσπαθώ να το αντιμετωπίζω με ψυχραιμία. Θέλω απλώς να δουλέψουμε όσο καλύτερα μπορούμε, ώστε η μουσική να αναπνεύσει όμορφα μέσα σε αυτόν τον μοναδικό χώρο και να φτάσει στον θεατή.
Έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν o Ευριπίδης μπορούσε να ακούσει τη μουσική σου, ποια θα ήθελες να είναι η πρώτη του αντίδραση; Ειλικρινά, δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Πιθανότατα να μην αναγνώριζε κάποια από τα μουσικά είδη που χρησιμοποιούμε στην παράσταση, όπως η punk, ή η trip hop. Μας χωρίζουν δυόμισι χιλιάδες χρόνια! Θα ήθελα όμως να πιστεύω ότι θα καταλάβαινε γιατί βρίσκονται εκεί. Για μένα, το ζητούμενο δεν είναι να αναπαράγουμε το παρελθόν, αλλά να συνεχίζουμε να συνομιλούμε με τα έργα του σήμερα. Προσπαθώ να γράφω μουσική που να υπηρετεί το έργο αλλά ταυτόχρονα να επικοινωνεί και με τους ανθρώπους που βρίσκονται σήμερα στο θέατρο.
Ο “Ίων” μιλά για έναν άνθρωπο που ψάχνει την ταυτότητά του. Εσύ που έχεις κυπριακές και ουκρανικές ρίζες, ένιωσες ότι αυτό το έργο σε συνάντησε και σε προσωπικό επίπεδο;
Ο Ίωνας με συνάντησε περισσότερο μέσα από την έννοια του ανήκειν. Έχω μεγαλώσει ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες, κουλτούρες και ιστορικές μνήμες. Από τη μητέρα μου έχω ρωσικές και ουκρανικές ρίζες, ενώ από τον πατέρα μου ποντιακές και κυπριακές. Κάθε μία από αυτές κουβαλά διαφορετικές αφηγήσεις για την ταυτότητα και τον κόσμο, που δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους. Ζώντας παράλληλα στην Κύπρο, έναν τόπο με τη δική του σύνθετη ιστορία, συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι η ταυτότητα δεν είναι κάτι που κατακτάς μια για πάντα. Είναι κάτι που διαμορφώνεται συνεχώς μέσα από τις εμπειρίες, τις σχέσεις και τις επιλογές μας. Γι’ αυτό ένιωσα πολύ κοντά στον Ίωνα, ο οποίος δεν αναζητά μόνο τους βιολογικούς του γονείς, αλλά και τη θέση του στον κόσμο.
Ο “Ίων” είναι ένα έργο γεμάτο αμφιβολία και ασάφεια. Όταν διάβασες πρώτη φορά το έργο, τι άκουσες; Τι ήχους ένοιωσες να σε ακολουθούν; Ο πρώτος ήχος που μου ήρθε ήταν η ηχώ και μαζί της για κάποιο λόγο, παράξενα ανθρωπόμορφα πουλιά. Δεν ξέρω ακριβώς από πού προέκυψαν, αλλά ήταν σαν να άκουγα έναν ολόκληρο κόσμο πριν ακόμη αρχίσω να γράφω τη μουσική. Αυτοί οι ήχοι με ακολούθησαν σε όλη τη διαδικασία της σύνθεσης και τελικά βρήκαν τη θέση τους μέσα στο ηχοτοπίο της παράστασης.
Υπήρξε κάποια στιγμή στις πρόβες που ένιωσες πως “αυτό το κομμάτι άλλαξε όλη τη σκηνή”; Τις περισσότερες φορές η μουσική και οι σκηνές διαμορφώνονταν παράλληλα. Αντλούσα συνεχώς υλικό από τις πρόβες, από τα σώματα των ηθοποιών και από τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι, θα ήταν η μονωδία της Κρέουσας. Είναι ένα κομμάτι που ζυμώθηκε για πολύ καιρό, δοκιμάστηκε, άλλαξε πολλές φορές και σταδιακά βρήκε τη μορφή του. Όταν ολοκληρώθηκε, ένιωσα ότι απέκτησε μια σπαρακτική δύναμη που διαμόρφωσε ολόκληρη τη σκηνή.
Εδώ υπάρχει συνεχώς το ερώτημα “ποιος είμαι”. Αν έπρεπε να δώσεις σε αυτή την αναζήτηση μία μουσική μορφή, ποια θα ήταν; Θα ήταν μια μουσική που δεν καταλήγει ποτέ οριστικά κάπου. Μια μουσική που βρίσκεται διαρκώς σε αιώρηση, μεταμορφώνεται, αφήνει τα ερωτήματα ανοιχτά και δεν σου επιτρέπει να νιώσεις ότι βρήκες μια τελική απάντηση. Νομίζω πως έτσι λειτουργεί και η ταυτότητα. Δεν είναι ένας προορισμός αλλά μια διαρκής διαδικασία.
Πιστεύεις ότι ο ήχος μπορεί να αφηγηθεί πράγματα που ο λόγος δεν μπορεί; Η μουσική αποκαλύπτει την αλήθεια των ηρώων ή μπορεί και να λέει ψέματα, όπως λένε ψέματα και οι ίδιοι στους εαυτούς τους; Πιστεύω ότι η μουσική μπορεί να αφηγηθεί πράγματα που ο λόγος πολλές φορές δεν μπορεί. Έχει την ικανότητα να φέρνει τα συναισθήματα στην επιφάνεια, να τα μεγεθύνει ή να φωτίζει πτυχές ενός χαρακτήρα που δεν εκφράζονται με λέξεις. Άλλοτε ενισχύει το κλίμα μιας σκηνής, άλλοτε το ανατρέπει και άλλοτε λειτουργεί σχεδόν σαν ειρωνικό σχόλιο. Στον Ίωνα για παράδειγμα, το έργο μετακινείται συνεχώς από το κωμικό στο δραματικό και η μουσική ακολουθεί αυτές τις μεταβολές. Δεν νομίζω όμως ότι η μουσική λέει ποτέ της ψέματα. Ακόμη κι όταν ένας χαρακτήρας κρύβεται ή εξαπατά τον εαυτό του, η μουσική μπορεί να αποκαλύψει κάτι βαθύτερο για τη συναισθηματική του κατάσταση.
Υπάρχει κάποιο όργανο που έγινε ο “κρυφός πρωταγωνιστής” αυτής της παράστασης; Ναι, νομίζω πως είναι το «Κουρδιστήρι των Ψυχών», όπως το έχω ονομάσει εγώ. Δεν γνωρίζω ποια είναι η πραγματική ονομασία ή προέλευση του οργάνου (πιθανότατα να έχει Αφρικανική προέλευση). Είναι ένα μικρό κρουστό, του οποίου τον ήχο ηχογραφήσαμε και χρησιμοποιούμε ζωντανά στην παράσταση μέσω samples. Σε ένα συγκεκριμένο στάσιμο εμφανίζεται και το ίδιο πάνω στη σκηνή, οπότε έχει μια ιδιαίτερη παρουσία.

Πόσο ελεύθερη ένιωσες απέναντι στον Θωμά Μοσχόπουλο; Συνεργαζόμαστε για τρίτη φορά και έχει αναπτυχθεί μεταξύ μας μια σχέση εμπιστοσύνης και δημιουργικής χημείας. Μπορούμε να συζητάμε πολύ αφηρημένες έννοιες και εικόνες, κι όμως να καταλαβαίνουμε ακριβώς τι εννοεί ο άλλος. Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν το ίδιο το κείμενο. Ο Ίωνας δε σου χαρίζει εύκολα τη μουσική του και για’αυτο πρέπει να την ανακαλύψεις. Φυσικά υπήρξαν στιγμές που ο Θωμάς παρενέβη σε κάποια μουσικά σημεία και πιστεύω ότι οι παρατηρήσεις του βελτίωσαν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα. Είναι ένας σκηνοθέτης με βαθιά γνώση και αγάπη για τη μουσική.
Η μουσική γεννήθηκε πάνω στις πρόβες ή υπήρχαν ιδέες πριν μπουν οι ηθοποιοί στη σκηνή; Το θέμα του Ίωνα γεννήθηκε πριν από τις πρόβες. Είναι μια ιδιαίτερη μελωδία που εμφανίζεται από την αρχή της παράστασης και επιστρέφει στο τέλος, κλείνοντας έναν κύκλο. Ήταν το πρώτο μουσικό μοτίβο που έγραψα και πιστεύω πως τα πρώτα μοτίβα είναι συνήθως και τα πιο σωστά. Από εκεί και πέρα, η υπόλοιπη μουσική γεννήθηκε και εξελίχθηκε μέσα από τις πρόβες και τη συνεχή επαφή με τους ηθοποιούς, τον σκηνοθέτη και το έργο.
Αν έπρεπε να αφαιρέσεις όλες τις λέξεις από τον “Ίωνα” και να μείνει μόνο η μουσική, τι θα εξακολουθούσε να καταλαβαίνει το κοινό; Νομίζω πως θα παρέμενε η αίσθηση ενός διαρκούς ταξιδιού. Μιας συνεχούς μετάβασης από τη μία κατάσταση στην άλλη, χωρίς να υπάρχει ποτέ ένα οριστικό τέλος. Για μένα ο Ίωνας δεν είναι μια ιστορία που καταλήγει σε μία απάντηση. Είναι μια ιστορία που συνεχίζει να γεννά ερωτήματα και να μεταμορφώνεται. Ελπίζω ότι αυτό θα μπορούσε να το μεταφέρει η μουσική ακόμη και χωρίς τις λέξεις.
Υπάρχει κάποια στιγμή της παράστασης που ανυπομονείς να ακούσεις στο αρχαίο θέατρο; Νομίζω πως περισσότερο απ’ όλα ανυπομονώ να ακούσω τις φωνές. Έχουμε δουλέψει πάρα πολύ με τον χορό και τους ηθοποιούς και έχω μεγάλη περιέργεια να ακούσω πώς θα αναπνεύσουν οι πολυφωνίες μέσα στην ακουστική της Επιδαύρου. Ανυπομονώ τόσο για τις πιο ήσυχες, σχεδόν λιτές στιγμές, όσο και για τις πιο έντονες, ροκ στιγμές της παράστασης.