

Υπήρχε μια εποχή που το ελληνικό καλοκαίρι δεν μετριόταν με χρήματα, αλλά με μυρωδιές. Με καρπούζι στο μπαλκόνι, με αλάτι στα μαλλιά, με μια ψάθινη καρέκλα στην αυλή της γιαγιάς. Σήμερα, όμως, για χιλιάδες Έλληνες, το καλοκαίρι μετριέται διαφορετικά: με λογαριασμούς, με ακυρωμένες κρατήσεις, με υπολογισμούς στο κινητό και με την ενοχική σκέψη πως «φέτος δεν βγαίνει».
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ΙΕΛΚΑ, μόλις ο ένας στους δύο Έλληνες σχεδιάζει να κάνει διακοπές το καλοκαίρι του 2026, ενώ οι περισσότεροι περιορίζουν τη διάρκειά τους ή επιλέγουν οικονομικές μορφές φιλοξενίας. Παράλληλα, στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί Έλληνες δυσκολεύονται οικονομικά να καλύψουν ακόμη και μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο. Πίσω όμως από τα ποσοστά υπάρχει κάτι που δεν καταγράφεται στις έρευνες: το συναίσθημα.
Διαπιστώνω, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια ότι η λέξη «διακοπές» δεν προκαλεί εκείνη τη γλυκιά προσμονή, τον ενθουσιασμό που είναι συνώνυμο της νιότης -ασχέτως ηλικίας. Πλέον, η λέξη συνδέεται με άγχος, σύγκριση, ματαίωση και –πολλές φορές– ντροπή. Όχι επειδή οι άνθρωποι ζητούν την πολυτέλεια, αλλά επειδή στερούνται αυτό που κάποτε θεωρούσαν αυτονόητο: λίγες ημέρες ξεκούρασης.
Τους καλοκαιρινούς μήνες, παρατηρώ ότι οι συνεδρίες αποκτούν μια διαφορετική χροιά, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι «η ζωή περνάει χωρίς να τη ζω». Ακούω για την κόπωση που δεν πρόλαβε ποτέ να γίνει ξεκούραση και το συμπέρασμα ότι εργάζονται ολόκληρο τον χρόνο και στο τέλος αισθάνονται πως δεν κέρδισαν ούτε το δικαίωμα να σταματήσουν για λίγο. Πίσω από αυτή την απογοήτευση κρύβεται συχνά κάτι βαθύτερο: η αίσθηση της αδικίας.

Αυτές οι φράσεις δεν είναι απλώς παράπονα, αλλά η έκφραση ψυχικής εξάντλησης που συσσωρεύεται. Γνωρίζουμε εδώ και χρόνια ότι η ξεκούραση δεν είναι ανταμοιβή, αλλά βιολογική και ψυχική ανάγκη. Η απομάκρυνση από το εργασιακό περιβάλλον μειώνει τα επίπεδα του χρόνιου στρες, προστατεύει από την επαγγελματική εξουθένωση και ενισχύει τη συναισθηματική ανθεκτικότητα. Όταν αυτή η δυνατότητα απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ο οργανισμός δεν κουβαλά μόνο σωματική κόπωση, κουβαλά και ψυχική.
Στο θεραπευτικό δωμάτιο παρατηρώ συχνά πως οι άνθρωποι όταν στεναχωριούνται πολύ, προσπαθούν να βρουν κάτι να το ακυρώσουν. Πολύ χαρακτηριστικά, χιλιοειπωμένο: «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε. Εγώ γιατί στενοχωριέμαι που δεν θα πάω διακοπές;».
Διαβάστε περισσότερα στο ΚΛΙΚ