

Η συζήτηση για τον δικομματισμό και τις επιπτώσεις του στο μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα δεν είναι προφανώς καινούργια. Αναθερμαίνεται σήμερα, ωστόσο, καθώς από την κυριαρχία του «ενάμιση κόμματος» φαίνεται να οδηγούμαστε στη διαμόρφωση ενός νέου δίπολου Μητσοτάκη – Τσίπρα, αν φυσικά επαληθευτούν οι δημοσκοπήσεις αυτής της περιόδου.
Μια τέτοια προοπτική θα ευνοήσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, καθώς θα ενισχύσει τη συσπείρωσή τους και θα ανακόψει την τάση κατακερματισμού του κομματικού συστήματος. Ταυτόχρονα, θα επαναφέρει με νέους όρους τη βασική διαχωριστική γραμμή της μεταπολίτευσης, τέμνοντας το πολιτικό σκηνικό σε δύο αντιτιθέμενα μπλοκ, που θα διεκδικούν, καθένα με τους συμμάχους του, να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας.
Τι χαρακτήρα θα έχει όμως αυτός ο δικομματισμός; Και τι είδους πολώσεις χρειάζεται η χώρα, σε μία συγκυρία ρευστότητας και αβεβαιότητας, όπως αυτή που διανύουμε; Χρειαζόμαστε, άραγε, γαλάζια, πράσινα ή κόκκινα καφενεία, έχουμε ανάγκη από τους ανταγωνισμούς που έθρεψαν τις ρωμαλέες αντιπαλότητες περασμένων δεκαετιών ή οι απαιτήσεις των καιρών είναι τέτοιες που επιβάλουν νέες συνθέσεις και άλλου τύπου αντιπαραθέσεις;
Οι περισσότεροι θα απαντήσουν ότι σε μια εποχή που τρέχει με ρυθμούς φρενήρεις κανείς δεν μπορεί να κινείται με την όπισθεν. Επειδή, ωστόσο, άλλα συνήθως προτάσσουν τα λόγια και άλλα επιβάλλει η πραγματικότητα, δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε μήπως αυτός ο νέος δικομματισμός, έστω και σε εκδοχή μικρότερων μεγεθών από το παρελθόν, οικοδομείται πάνω στα φθαρμένα υλικά επιλογών και βεβαιοτήτων που έχουν πλέον καταρρεύσει.
Κραυγαλέα απόδειξη πολλά από αυτά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας ή εκφωνούνται από επίσημα χείλη, με αφορμή την τραγωδία της Θεσσαλονίκης και τον άδικο χαμό μιας γυναίκας, μητέρας στελέχους της Νέας Δημοκρατίας, που πλήρωσε με τη ζωή της τις επαναστατικές φαντασιώσεις αυτόκλητων τιμωρών.
Κι όμως, το τραγικό αυτό γεγονός, το οποίο έσπευσε να καταδικάσει απερίφραστα ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος, δεν δημιούργησε μια στέρεα βάση ενότητας που έχει τόσο ανάγκη η δημοκρατία. Η συναντίληψη αποδείχτηκε ευκαιριακή, η καταδίκη θάμπωσε μέσα στη σκόνη που σήκωσαν οι άχρηστες αντιπαραθέσεις, η παλιά κακή συνταγή ενός διχασμού χωρίς όρους και όρια εισέβαλε για μια ακόμα φορά στη σκηνή.
Ξαφνικά, η πολιτική ατμόσφαιρα μύρισε πάλι μπαρούτι περασμένων εποχών, χωρίζοντας το πολιτικό προσωπικό σε φίλους και αντιπάλους της τρομοκρατίας. Ο δικομματισμός στην πιο αρχαία εκδοχή του, την πιο σκουριασμένη, φάνηκε να επιστρέφει και να ζητά τα ρέστα από μια εποχή που δεν τον σηκώνει και από πολίτες απρόθυμους να τον ακολουθήσουν.
Στη δημοκρατία, οι πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις δεν είναι «πολυτέλεια». Είναι το οξυγόνο. Ποιες αντιπαραθέσεις, όμως, χρειαζόμαστε; Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι αυτό που λείπει είναι οι κόντρες που μας γυρίζουν σε άλλα χρόνια και μας καλούν σε μέτωπα που ήδη έχουν κλείσει ή, μήπως, αυτό που έχουμε ανάγκη είναι οι γόνιμες αναμετρήσεις για την επόμενη μέρα, με άποψη, σχέδιο και τεκμηρίωση;
Το κομματικό σύστημα μπορεί, κάλλιστα, να στήσει και πάλι το ριμέικ της πόλωσης με το manual και το know how του παλιού δικομματισμού, αλλά δύσκολα θα κόψει εισιτήρια. Κουρασμένο το κοινό, ράθυμο από τα ίδια και τα ίδια, μοιάζει να αποζητά ένα νέο αφήγημα, είναι σαν να θέλει να δει μια καινούργια ταινία…