
(EUROKINISSΙ)

(EUROKINISSΙ)
Τι είναι το πανεπιστήμιο; Είναι, πράγματι, ο ναός της γνώσης, το ρετιρέ της επιστήμης, το αναγκαίο εφαλτήριο για μια σοβαρή επαγγελματική καριέρα; Και ποια είναι η σχέση του με την παραγωγή; Είναι η τριτοβάθμια εκπαίδευση ο προθάλαμος της αγοράς ή, μήπως, η εκπαιδευτική διαδικασία οφείλει να είναι κάτι ευρύτερο και να υπηρετεί, πέραν της επαγγελματικής αποκατάστασης, την ίδια τη μόρφωση; Αλλά και η μόρφωση τι είναι; Είναι προνόμιο και έπαθλο ή, μήπως, είναι κοινωνικό αγαθό;
Ερωτήματα όπως τα παραπάνω και άλλα συναφή επανέρχονται κάθε χρόνο τέτοια εποχή, καθώς ολοκληρώνεται η διαδικασία επιλογής και
κατανομής των υποψηφίων φοιτητών μέσω της ανακοίνωσης των βάσεων εισαγωγής στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Εθιμικά σχεδόν, κόμματα, εκπαιδευτικοί, αναλυτές, ειδικοί και… ανειδίκευτοι στροβιλίζονται γύρω από τα «πρέπει» μιας διαδικασίας που αλλάζει για δυο και βάλε χρόνια τη ζωή δεκάδων χιλιάδων παιδιών και των οικογενειών τους.
Αν και στον δημόσιο διάλογο για το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχουν ειπωθεί σχεδόν όλα, υπάρχει μια πλευρά που έχει υποτιμηθεί και ακούει στο όνομα «ελάχιστη βάση εισαγωγής». Για τους αμύητους στο λεξιλόγιο των πανελλαδικών, ο συγκεκριμένος όρος αναφέρεται στη βάση που θέτουν τα ίδια τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και λειτουργεί ως «κόφτης» για τους υποψήφιους εκείνους που δεν καταφέρνουν να την προσεγγίσουν, ακόμα κι αν υπάρχουν αδιάθετες θέσεις στις ανώτατες σχολές.
Για να το κάνουμε κατανοητό, αν μία πανεπιστημιακή σχολή της περιφέρειας θέσει ως ελάχιστη βάση εισαγωγής τις 13.000 μονάδες, αυτομάτως αποκλείονται όλοι οι υποψήφιοι που δεν έχουν καταφέρει να την πιάσουν, ακόμα κι αν παραμείνουν κενές οι μισές και πλέον θέσεις του συγκεκριμένου ιδρύματος. Το αν οι υποψήφιοι αυτοί υπήρξαν καλοί μαθητές – είναι πολλές οι περιπτώσεις αριστούχων που πλήρωσαν τη φαεινή ιδέα του «κόφτη» – και βρέθηκαν σε μια κακή μέρα, είναι προφανώς αδιάφορο για το σύστημα.
Οι επιπτώσεις είναι πολλαπλές. Και πρώτα απ’ όλα για τα ίδια τα παιδιά: ο αποκλεισμός τους συνεπάγεται προσωπικές απογοητεύσεις, αίσθηση απόρριψης και αναγκαστική μετακίνηση σε σχολές με άσχετα παντελώς αντικείμενα από τα ενδιαφέροντά τους. Αν η μετακίνηση αυτή είναι, μάλιστα, σε άλλη πόλη από αυτή που διαμένουν, ο «κόφτης» μεταφράζεται για τις οικογένειές τους σε οικονομική αιμορραγία.
Αλλά και για τα ιδρύματα τα ίδια οι συνέπειες δεν είναι αμελητέες: η ελάχιστη βάση οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις σε ουσιαστική υπολειτουργία, καθώς δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις τμημάτων, όπου οι φοιτητές είναι λιγότεροι από τους καθηγητές. Όσο για τις τοπικές κοινωνίες που συγκροτήθηκαν οικονομικά πάνω στην προσδοκία υποδοχής του φοιτητικού πληθυσμού, αυτές δέχονται ένα επιπλέον πλήγμα σε εποχές στενότητας.
Πού βασίζεται, όμως, όλη αυτή η διαδικασία; Και τι νόημα έχει ο «κόφτης» της ελάχιστης βάσης εισαγωγής, τη στιγμή που ισχύει numerus clausus και ο αριθμός των φοιτητών που μπορούν να σπουδάσουν σε όλες τις σχολές είναι εκ των προτέρων προσδιορισμένος για κάθε μία;
Οι υποστηρικτές της θεσμοθέτησης του «κόφτη» προβάλλουν ως επιχείρημα τη διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου ακαδημαϊκής επάρκειας, με παράλληλη μείωση της εισαγωγής υποψηφίων με πολύ χαμηλές επιδόσεις, λες και το επίπεδο ενός φοιτητή είναι χαραγμένο στο DNA του και δεν μπορεί να μεταβληθεί υπό την επιρροή άλλων παραγόντων, όπως είναι η τριβή με το αντικείμενο και η ανακάλυψη νέων μορφωτικών ενδιαφερόντων.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό που έχει συμβεί είναι μια σημαντική ιδεολογική μετατόπιση: από τη «μορφωσιολατρεία» άλλων περιόδων – τότε που η είσοδος στο πανεπιστήμιο θεωρείτο όχημα κοινωνικής ανόδου και οι τίτλοι σπουδών αποτελούσαν ύψιστο αξιακό κριτήριο – περάσαμε στην αποθέωση της «αριστείας», που χωρίζει τους υποψηφίους σε εκλεκτούς και απόκληρους…
Κι όμως. Όσοι περάσαν έστω και έξω από την πόρτα ενός πανεπιστημίου – πόσω μάλλον όσοι το τελείωσαν – ξέρουν ότι το πραγματικό εφόδιο όσων θέλουν να σπουδάσουν είναι η αγάπη για την ίδια τη μόρφωση και το μεράκι για ένα γνωστικό αντικείμενο που σε προκαλεί να το κατακτήσεις. Οι περιπτώσεις μαθητών με χαμηλή επίδοση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που διέπρεψαν στο πανεπιστήμιο και στο επάγγελμα που επέλεξαν δεν είναι σπάνιες – το αντίθετο, μάλιστα. Και είναι ακατανόητο γιατί είναι προτιμότερο να υπολειτουργεί μία σχολή ή ακόμα και να κλείνει ελλείψει φοιτητών, από το να εισάγονται σε αυτή υποψήφιοι με χαμηλές βαθμολογίες. Ακόμα κι αν δεν την τελειώσουν ποτέ, θα έχουν αποκτήσει ένα κεφάλαιο ζωής…
Στο κάτω κάτω της γραφής, για δημόσια πανεπιστήμια μιλάμε…