

Είναι κάποια τραγούδια που τα ξέρουμε τόσο καλά, ώστε έχουμε σχεδόν πάψει να ακούμε τους στίχους τους. Το riff ξεκινά και το σώμα αντιδρά πριν από το μυαλό. Τραγουδάμε το ρεφρέν, θυμόμαστε το βιντεοκλίπ, ίσως μια συναυλία ή το δωμάτιο της εφηβείας μας. Κι όμως, πίσω από ορισμένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια της ροκ, του grunge και του metal υπάρχουν ιστορίες που δεν έχουν τίποτα το νοσταλγικό.
Από μια αληθινή απαγωγή που ενέπνευσε το “Polly” των Nirvana και την αυτοκτονία ενός 15χρονου πίσω από το “Jeremy” των Pearl Jam, μέχρι τη φρίκη του πολέμου στο “One” και το αδιανόητο πένθος του Eric Clapton στο “Tears in Heaven”, αυτά είναι μόνο μερικά από τα πιο διάσημα τραγούδια της ροκ που κουβαλούν ιστορίες πολύ σκοτεινότερες από τη μουσική τους.
Το “Run to the Hills” είναι όλα όσα περιμένεις από τους Iron Maiden στην πιο θριαμβευτική τους εκδοχή. Το καλπάζον μπάσο του Steve Harris, η φωνή του Bruce Dickinson, ένα ρεφρέν φτιαγμένο για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, μόνο που το θέμα του δεν είναι καθόλου θριαμβευτικό. Το τραγούδι, που κυκλοφόρησε το 1982 στο The Number of the Beast, αφηγείται τη βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στους αυτόχθονες πληθυσμούς της Βόρειας Αμερικής και τους Ευρωπαίους αποίκους. Ο Harris αλλάζει οπτική μέσα στο τραγούδι, ξεκινά από την πλευρά των Native Americans, με την άφιξη του «λευκού ανθρώπου» να σημαίνει πόνο, αρρώστια, εκτοπισμό και θάνατο και στη συνέχεια περνά στην πλευρά των εισβολέων και της βίας που ακολούθησε.
Δεν είναι απλώς ένα τραγούδι για Ινδιάνους και καουμπόηδες, όπως ίσως το είχε αρχικά αντιληφθεί κάποιος που το άκουσε επιφανειακά τη δεκαετία του ’80. Είναι μια συμπυκνωμένη αφήγηση της αποικιοκρατικής βίας, γραμμένη μάλιστα σε μια εποχή που η ποπ κουλτούρα εξακολουθούσε συχνά να παρουσιάζει την κατάκτηση της αμερικανικής Δύσης μέσα από το βλέμμα των νικητών. Ο Harris έχει μιλήσει για την επίδραση που είχαν πάνω του τα βιβλία και οι ταινίες γουέστερν, αλλά το τραγούδι αντιστρέφει ακριβώς εκείνη τη ρομαντικοποιημένη εικόνα.
Στις 8 Ιανουαρίου 1991, ο 15χρονος Jeremy Wade Delle μπήκε στην τάξη του στο Richardson High School του Texas και αυτοκτόνησε μπροστά στη δασκάλα και στους συμμαθητές του. Ο Eddie Vedder διάβασε την είδηση στην εφημερίδα. Ήταν ένα σχετικά μικρό δημοσίευμα, μία από εκείνες τις ειδήσεις που εμφανίζονται για λίγο και μετά χάνονται κάτω από την επόμενη τραγωδία. Ο Vedder όμως στάθηκε εκεί. Αργότερα εξήγησε ότι αισθάνθηκε την ανάγκη να δώσει σε εκείνη την πράξη μια μεγαλύτερη αντίδραση, να μην εξαφανιστεί απλώς ως ένα ακόμη περιστατικό. Έτσι γεννήθηκε το ‘Jeremy”, από το Ten των Pearl Jam. Η ιστορία του τραγουδιού δεν είναι πιστή δημοσιογραφική αναπαράσταση της ζωής του Delle, ο Vedder ένωσε το πραγματικό γεγονός με στοιχεία και από μια άλλη ιστορία που θυμόταν από τα δικά του σχολικά χρόνια.
Το βιντεοκλίπ του Mark Pellington έκανε το τραγούδι ακόμη πιο ισχυρό, αλλά και πιο παρεξηγημένο. Η λογοκρισία του MTV αφαίρεσε κρίσιμες εικόνες από το τέλος, με αποτέλεσμα αρκετοί θεατές να πιστεύουν ότι ο Jeremy είχε πυροβολήσει τους συμμαθητές του. Στην πραγματικότητα, το αίμα που εμφανίζεται πάνω τους είναι το δικό του. Η uncensored εκδοχή κυκλοφόρησε επίσημα πολλά χρόνια αργότερα, το 2020. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο άβολο στην ιστορία, οι πραγματικοί άνθρωποι που γνώριζαν τον Jeremy δεν ένιωσαν όλοι ότι το τραγούδι τον αντιπροσώπευε, γιατί όταν ένα πραγματικό παιδί γίνεται σύμβολο, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το τέλος του να καταπιεί ολόκληρη τη ζωή του.
Ίσως το πιο ανατριχιαστικό τραγούδι του Nevermind να είναι και ένα από τα πιο ήσυχα. Το “Polly” βασίστηκε στην πραγματική απαγωγή μιας 14χρονης στην Washington το 1987. Η κοπέλα είχε φύγει από συναυλία όταν απήχθη από τον Gerald Friend, ο οποίος την κράτησε αιχμάλωτη, τη βίασε και τη βασάνισε. Κατάφερε τελικά να δραπετεύσει και ο δράστης συνελήφθη και καταδικάστηκε. Ο Kurt Cobain έκανε μια εξαιρετικά σκοτεινή αφηγηματική επιλογή και έγραψε το τραγούδι από την οπτική του δράστη. Δεν υπάρχει όμως ηρωοποίηση. Αντίθετα, η σχεδόν επίπεδη, ψυχρή αφήγηση κάνει το “Polly” ακόμη πιο ανυπόφορο. Ο ακροατής αναγκάζεται να βρεθεί μέσα στη διαστρεβλωμένη λογική ενός κακοποιητή χωρίς το ασφαλές φίλτρο ενός αφηγητή που θα του εξηγούσε τι πρέπει να αισθανθεί.
Η ειρωνεία έγινε αργότερα εφιαλτική. Ο Cobain έγραψε στα liner notes του Incesticide ότι δύο άνδρες είχαν βιάσει μια γυναίκα ενώ τραγουδούσαν στίχους του “Polly”. Η είδηση τον είχε συγκλονίσει και εξοργίσει. Ο ίδιος είχε επανειλημμένα μιλήσει δημόσια εναντίον του σεξισμού και της σεξουαλικής βίας. Το γεγονός ότι κάποιοι κατάφεραν να μετατρέψουν ένα τραγούδι καταγγελίας της βίας σε soundtrack της ίδιας της βίας ήταν ίσως η πιο φρικτή δυνατή παρανόηση του έργου του.
Το “One” δεν βασίζεται σε πραγματικό συγκεκριμένο στρατιώτη, όπως συχνά γράφεται, αλλά η φρίκη του είναι ριζωμένη στην πραγματικότητα του πολέμου. Η βασική του έμπνευση συνδέεται με το αντιπολεμικό μυθιστόρημα Johnny Got His Gun του Dalton Trumbo, που εκδόθηκε το 1939. Ο ήρωας, Joe Bonham, τραυματίζεται φρικτά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και χάνει τα άκρα και τις αισθήσεις που του επιτρέπουν να επικοινωνεί με τον έξω κόσμο. Αλλά το μυαλό του εξακολουθεί να λειτουργεί, είναι ζωντανός, συνειδητός και ουσιαστικά φυλακισμένος μέσα στο σώμα του.
Αυτό ακριβώς μετατρέπουν οι Metallica σε μουσική στο “One”. Αρχικά σχεδόν ψίθυρος και απομόνωση, ύστερα μια σταδιακή κλιμάκωση, μέχρι το πολυβόλο από τα ντραμς και τις κιθάρες. Η μουσική γίνεται η ίδια η μετάβαση από τη συνείδηση στον πανικό. Το πρώτο μεγάλο βιντεοκλίπ των Metallica χρησιμοποίησε σκηνές από την κινηματογραφική μεταφορά του Johnny Got His Gun του 1971. Μάλιστα, αντί να πληρώνουν συνεχώς δικαιώματα για τη χρήση των αποσπασμάτων, η μπάντα απέκτησε τα δικαιώματα της ταινίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα πιο αποτελεσματικά αντιπολεμικά τραγούδια του metal, όχι επειδή μιλά για στρατηγούς και μάχες, αλλά επειδή παρουσιάζει τι μένει όταν τελειώσει η “δόξα” του πολέμου. Ένας άνθρωπος που παρακαλεί να πεθάνει.
Η πραγματική ιστορία του τραγουδιού είναι διαφορετική από τα όσα συχνά κυκλοφορούν online. Στην πλήρη album version του “Down with the Sickness” υπάρχει ένα διαβόητο spoken breakdown στο οποίο ο David Draiman υποδύεται ένα παιδί που υφίσταται βία από τη μητέρα του και στη συνέχεια αντιδρά με εξίσου βίαιο τρόπο. Το σημείο αφαιρέθηκε από το radio edit και έτσι εκατομμύρια άνθρωποι γνώρισαν το τραγούδι χωρίς να το έχουν ακούσει ποτέ.
Υπάρχει λοιπόν η φήμη ότι πρόκειται για κυριολεκτική αφήγηση παιδικής κακοποίησης, όμως ο Draiman έχει ξεκαθαρίσει ότι αυτό δεν ισχύει, όπως δεν ισχύει και το ότι είναι μία αυτοβιογραφική εξομολόγηση. Η «μητέρα» λειτουργεί μεταφορικά ως η κοινωνία και η κυρίαρχη κουλτούρα που καταπιέζει το άτομο, ενώ το «παιδί» είναι εκείνος που παλεύει να διατηρήσει την ανεξαρτησία και την ατομικότητά του. Αυτό δεν κάνει το συγκεκριμένο bridge λιγότερο άβολο, ίσως το αντίθετο. Η υπερβολικά ρεαλιστική αναπαράσταση της κακοποίησης είναι ακριβώς ο λόγος που παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα λεπτά του mainstream nu metal.
Στις 20 Μαρτίου 1991, ο τετράχρονος Conor, γιος του Eric Clapton και της Lory Del Santo, σκοτώθηκε όταν έπεσε από παράθυρο διαμερίσματος στον 53ο όροφο πολυκατοικίας της Νέας Υόρκης. Μετά τον θάνατό του, ο Clapton απομονώθηκε για ένα διάστημα. Όταν επέστρεψε στη μουσική, άρχισε να δουλεύει στο soundtrack της ταινίας Rush. Από εκεί γεννήθηκε, μαζί με τον στιχουργό Will Jennings, το “Tears in Heaven”. Η απλότητά του είναι σχεδόν αβάσταχτη αφού δεν προσπαθεί να κάνει το πένθος μεγαλειώδες. Στην καρδιά του υπάρχει μία ερώτηση, αν συναντούσε ξανά το παιδί του σε έναν άλλο κόσμο, θα τον αναγνώριζε;
Ο Clapton έχει περιγράψει τη μουσική εκείνης της περιόδου ως έναν τρόπο θεραπείας. Το τραγούδι έγινε τεράστια επιτυχία, κέρδισε τρία Grammy και η ακουστική του εκτέλεση στο MTV Unplugged έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στιγμές της καριέρας του. Χρόνια αργότερα σταμάτησε για ένα διάστημα να το παίζει, λέγοντας ουσιαστικά ότι δεν αισθανόταν πια την ίδια άμεση σύνδεση με το συναίσθημα που το είχε γεννήσει.
Φυσικά αυτά τα έξι τραγούδια είναι μόνο κάποια από αυτά που κρύβουν τραγικές αληθινές ιστορίες στους στίχους τους. Το “I Don’t Like Mondays” των Boomtown Rats γεννήθηκε από μια πραγματική σχολική επίθεση στην California, το “Hurricane” του Bob Dylan από την πολύκροτη υπόθεση του Rubin “Hurricane” Carter, ενώ το “Nebraska” του Bruce Springsteen άντλησε το σκοτάδι του από την ιστορία του κατά συρροή δολοφόνου Charles Starkweather. Η ροκ ιστορία είναι γεμάτη τραγούδια που πήραν κάτι πραγματικό, οδυνηρό ή αδιανόητο και το μετέτρεψαν σε τρία, τέσσερα ή επτά λεπτά μουσικής.