
(KLODIAN LATO / EUROKINISSI)

(KLODIAN LATO / EUROKINISSI)
Ήταν Ιούλιος του 2019, όταν συνάντησα τον Γιώργο Μπαρτζώκα στο οικογενειακό σπίτι του στην Άνω Γλυφάδα, άνεργο, between jobs που λένε, μετά από την ευδόκιμη θητεία του σε Ισπανία και Ρωσία και πριν από την αναπόφευκτη επιστροφή του στον Ολυμπιακό (2020). Η συνέντευξη για την οποία ανταμώσαμε ήταν για την πολιτική εφημερίδα Documento, οπότε δεν με ενδιέφεραν τόσο τα αθλητικά, όσο το καθαρό βλέμμα του.
Ο πατέρας του, Ανδρέας Μπαρτζώκας, επιφανής αγωνιστής της Αριστεράς και πρωτοστάτης στη θρυλική απόδραση από τη φυλακή των Βούρλων το 1955, είχε φύγει από τη ζωή τρία χρόνια νωρίτερα. «Η κληρονομιά του με έκανε βαθιά ουμανιστή. Δεν μπορώ να ευχηθώ κακό σε κανένα συνάδελφο, δεν θέλω να γίνω κοράκι», μου είπε ο υιός, όταν τον ρώτησα πώς αισθάνεται ο προπονητής που περιμένει να αδειάσει ένα επίζηλο πόστο για να επιστρέψει στους πάγκους.
Όταν τελειώσαμε με τα επαγγελματικά, που αποδείχθηκαν έπεα πτερόεντα γραμμένα στο χιόνι («για μένα δεν υπάρχει πια η Ελλάδα ως επιλογή, το θέμα δεν είναι μόνο αθλητικό αλλά και κοινωνικό»), έστρεψα τη συζήτηση σε εκείνα που ενδιέφεραν περισσότερο τόσο εμένα, όσο και τον ίδιο.
Ανασύρω τον διάλογο από το χρονοντούλαπο, με αφορμή την παρουσία, τη συγκινητική ομιλία και τη σπασμένη φωνή του Γιώργου Μπαρτζώκα στην εκδήλωση προβολής του ντοκυμαντέρ των Στέλιου Κούλογλου, Γιούρι Αβέρωφ με θέμα το ηρωικό κατόρθωμα των 27 κομμουνιστών που απέδρασαν τον Ιούλιο του ’55 μέσα από ένα λαγούμι, από το κολαστήριο των Βούρλων στη Δραπετσώνα. «23.000 αστυνομικοί αναζητούν τους ερυθρούς δραπέτας», έγραψαν οι εθνικόφρονες εφημερίδες όπως ο Κήρυξ, την επόμενη μέρα της απόδρασης. Οι έγκλειστοι κατηγορούνταν ως «κατάσκοποι της Σοβιετικής Ένωσης» και αντιμετώπιζαν τη θανατική ποινή.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ολόκληρη η οικογένεια Μπαρτζώκα έζησε τις διώξεις και την κρατική τρομοκρατία. Σημειωτέον ότι οι πολιτικές πεποιθήσεις του Γιώργου Μπαρτζώκα αποτελούν μόνιμο σημείο τριβής με την ακροδεξιά πτέρυγα της «ερυθρόλευκης» εξέδρας και δεν αποκλείεται να έπαιξαν τον ρόλο τους όταν ο προπονητής απομακρύνθηκε από τον Ολυμπιακό –μετά από μία σχετικά ασήμαντη ήττα από τον Παναθηναϊκό- τον Οκτώβριο του 2014.
Σημειωτέον, επίσης, ότι η συνέντευξη δημοσιεύτηκε (με τίτλο: «Η Χούντα μου στέρησε τον πατέρα») ανήμερα των βουλευτικών εκλογών του Ιουλίου 2019, όταν η Νέα Δημοκρατία επανήλθε αυτοδύναμη στην εξουσία με ποσοστό 40 τοις εκατό, έναντι 31% του ΣYΡIZΑ:
-Καθαρίζει το μυαλό, κύριε Μπαρτζώκα, μακριά από την Ελλάδα…
«Καταλαβαίνεις αμέσως τη διαφορά στην κουλτούρα των φιλάθλων, αλλά και των πολιτών γενικά. Η κρίση στην Ελλάδα είναι όχι οικονομική, αλλά κοινωνική, κρίση αξιών. Εάν εμφανιστείς στο γήπεδο με λάθος φανέλα θα καταλήξεις στο νοσοκομείο. Το ίδιο θα συμβεί αν διαφωνήσεις σε συνέδριο πολιτικής νεολαίας! Χωρίς να θέλω να μειώσω την ποιότητα των συμπατριωτών μου, είμαστε ο πιο αντιφατικός λαός του κόσμου. Διαθέτουμε περίσσευμα ταλέντου, ανθρωπιάς και νοημοσύνης και ταυτόχρονα παρουσιάζουμε έναν εντελώς αντίθετο εαυτό. Μέση κατάσταση δεν υπάρχει. Κάπου, χάσαμε κάποιο τρένο. Η νοοτροπία του Έλληνα, είναι να υποβιβάζει οτιδήποτε προέρχεται από τον τόπο του. Έξω γίνεσαι πρέσβης και σε εκτιμούν όλοι, ενώ στη μαμά πατρίδα ζεις μέσα στην τοξικότητα. Όπως είπε ο Ηλίας Λογοθέτης σε μία συνέντευξή του, ο Έλληνας θέλει να έχει δύο πράγματα. Λεφτά και δίκιο!»
-Ο πατέρας σας, Ανδρέας, υπήρξε ασυμβίβαστος αγωνιστής της Αριστεράς, με αντιστασιακή δράση δεκαετιών, φυλακίσεις και εξορίες. Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;
«Όταν ήμουν μικρός, τον καιρό της Χούντας, θυμάμαι να μπουκάρουν ασφαλίτες στο σπίτι μας και να ψάχνουν κάτω από τα κρεβάτια όπου κοιμόμουν εγώ και η αδελφούλα μου. Τελικά έπιασαν τον καταζητούμενο πατέρα μου, το 1967, στη σκάλα του αεροπλάνου, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει για το Παρίσι. Ακολούθησαν φυλακές και εξορίες, έχω εικόνες από τόπους μαρτυρίου όπως η Λέρος. Για δέκα χρόνια η οικογένεια έζησε χωρίς τον πατέρα μου. Δεν είχαμε εισοδήματα, μας τάιζαν οι θείοι μου. Του το έχω καταλογίσει σε έναν μικρό βαθμό αυτό, όσο υπερήφανος και αν νιώθω που είμαι γιος του. Μπορούσε να υπογράψει και να βγει. Δεν το έκανε. Έζησε τα προαιώνια διλήμματα, όλων των επαναστάσεων».
-Τι πήρατε εσείς από τον πατέρα σας;
«Ο οικογενειακός μας κύκλος περιλάμβανε προσωπικότητες όπως ο Ηλίας Ηλιού, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μίκης Θεοδωράκης. Μία ή δύο φορές την εβδομάδα, ο πατέρας με έπαιρνε μαζί του στη διοικούσα επιτροπή της ΕΔΑ στην Ακαδημίας. Έτσι μεγάλωσα. Μέσα σε όλα αυτά, εκείνος ήταν και πρόεδρος των Φίλων Ελληνικής Μουσικής και οργάνωνε τις συναυλίες του Μίκη μετά τη μεταπολίτευση. Δεν τον θυμάμαι ποτέ, να λέει κακή κουβέντα για άνθρωπο. Ούτε τους πολιτικούς αντιπάλους του «έκραζε» ούτε τους συντρόφους που πήραν άλλον δρόμο. Διαφωνούσε χωρίς ύβρεις ή προσβολές. Ακόμα και για μερικούς φύλακες από τα μπουντρούμια μιλούσε με σεβασμό. Αυτή είναι η κληρονομιά που μου άφησε. Ο ουμανισμός. Δεν ανταγωνίζομαι κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό μου. Ο αριστερός του 21ου αιώνα είναι αυτός που θέλει το καλό του ανθρώπου και όχι εκείνος που ξέρει νεράκι την οικονομική θεωρία».
-Τι να ψηφίσουμε σήμερα, κύριε Μπαρτζώκα;
«Μα, δεν έχω δικαίωμα να επηρεάσω εγώ κανέναν. Αν είμαι γνωστός, είναι επειδή ξέρω να μπηστάω μια μπάλα, άσχετα με τις πολιτικές μου καταβολές. Έχω συμμετάσχει σε περισσότερες πολιτικές συζητήσεις, παρά αθλητικές! Η πρωτοβουλία ανήκει στους ανθρώπους του πνεύματος, όχι του αθλητισμού. Ο αθλητής οφείλει να έχει φωνή, για να υπερασπίζεται τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του. Όχι για να υπαγορεύσει στον πολίτη τι να επιλέξει, εκτός πια αν μιλάμε για ακραίες περιπτώσεις τύπου Τραμπ! Έχω ψηφίσει πολλούς διαφορετικούς σχηματισμούς της Αριστεράς, αλλά ποτέ Δεξιά. Πάντως ο Έλληνας ψηφίζει με κριτήριο το βόλεμά του, το βύσμα και το ρουσφέτι του. Οπότε, έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν και που αρμόζουν σε έναν λαό δίχως αισθητική. Μέσα στην απογοήτευσή μας, ψηφίζουμε το μη χείρον».