

Η μικρού μήκους ταινία τα τελευταία χρόνια μας έχει χαρίσει μικρά (σε διάρκεια) θαύματα, εξαιρετικές ταινίες -συχνά συζητάμε στα κινηματογραφικά πηγαδάκια για ανανέωση του είδους- μας έχει συστήσει ενδιαφέροντες δημιουργούς και βεβαίως έχει φέρει στη χώρα μας έναν Χρυσό Φοίνικα- «Η απόσταση ανάμεσα στον ουρανό κι εμάς» του Βασίλη Κεκάτου (2019). Το γεγονός ότι η Tanweer, μια εταιρεία διανομής που έχει πλέον σημαία το ελληνικό σινεμά, βγάζει στις αίθουσες τρεις μικρού μήκους ταινίες σε μία, μόνο θετικό μπορεί να είναι.
Τρεις διαφορετικές ιστορίες κυκλοφορούν ως ενιαίο προέτζεκτ, και παρόλο που είναι αυτοτελείς, έχουν ένα νήμα, λεπτό και υπόγειο, που της ενώνει. Και τι σου μένει στα χέρια όταν φτάσεις στην άκρη του; Μια Ελλάδα στην οποία ζεις και σίγουρα θέλεις να αλλάξεις. Μια Ελλάδα που η καρδιά της δεν χτυπάει μόνο στο σήμερα, αλλά και στο χθες-οι παθογένειες, όσο κι αν έχουν χρονίσει, δίνουν ακόμα ρυθμό-τικ τακ, τικ τακ, τικ τακ…
Τις τρεις ταινίες «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση, «Planet Balcony» της Ιωάννας Κρυωνά και «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή συνδέει και ο παραλογισμός της ελληνικής πραγματικότητας αλλά και το χιούμορ. Έχουν διαφορετική αισθητική η μία από την άλλη που αντί να ενοχλεί, κάνει το εγχείρημα ακόμα πιο ενδιαφέρον, κι ας είναι άνισες μεταξύ τους. Με λίγα λόγια τιμούν την μικρή φόρμα. Ας τις δούμε με σειρά…εμφάνισης.

Ο Δημήτρης Δρόσος στο «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση
Στο «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» σε σκηνοθεσία και σενάριο του Δημήτρη Παπαθανάση η διαπλοκή και η λαμογιά γίνονται ζήτημα ζωής και-στην κυριολεξία-θανάτου. Ο Κοσμάς, δημοτικός υπάλληλος στο νεκροταφείο, λύνει και δένει με τις ευλογίες του παπα-Αργύρη: πουλάει οικόπεδα για τάφους με μίζα για πάρτη του, αφήνει άθαφτους τους νεκρούς μπάς και πάρει γερό παραδάκι από τις χήρες που εκβιάζει, ξεθάβει πεθαμένους πριν ακόμα λιώσουν, για 35 χιλιάρικα τάζει κυριλέ οικογενειακούς τάφους με έναν «…Χριστό δυό μέτρα φάση Ρίο ντε Τζανέιρο», και πάει λέγοντας. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά, εμβόλιμο…διακύβευμα στην ιστορία και ένα aircondition που δε δουλεύει ενώ κάνει αναθεματισμένη ζέστη- εκεί περίμενα να ακουστεί ένα «φτιάξτο το μπουρδέλο», έτσι σαν ομάζ στο «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη. Σε αυτό τον φαύλο κύκλο διαπλοκής, ακόμα κι αν βγει κάποιος από τη μέση – σίγουρα όχι επειδή λυπήθηκε όσους πενθούν – πάντα θα βρεθεί ο επόμενος να πάρει τη θέση του, το επόμενο «κοράκι». Ουδείς αναντικατάστατος στη ρεμούλα. Αστείο, κατάμαυρο, με στοιχεία θρίλερ, καλοσκηνοθετημένο και με πολύ καλές ερμηνείες, με τον Δημήτρη Δρόσο να αποδίδει εξαίσια τον ανθρωπάκο που ανεβοκατεβάζει το μπόι του ανάλογα με τον ποιον έχει μπροστά του, μια φουκαριάρα χήρα ή έναν μαφιόζο, τονίζοντας με ακρίβεια κάθε έκφανση του χαρακτήρα του- αλλιώς σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπο όταν σκάει από τη ζέστη, αλλιώς όταν ζορίζουν τα πράγματα. Δικαίως η ταινία κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ της Δράμας το 2025.

Ο Γιώργος Χρυσοστόμου στο «Planet Balcony» της Ιωάννας Κρυωνά
Από τη μεταφορά του θανάτου ως πεδίο δόξης λαμπρό για real estate, πάμε στο πραγματικό real estate του «Planet Balcony» σε σκηνοθεσία και σενάριο της Ιωάννας Κρυωνά που μιλάει (και) για το gentrification και την υπεραξία των ακινήτων. Ο Τάσος περνά τις μέρες και τις νύχτες του πίνοντας μπάφους – χωρίς να παίζει προ – είναι μάλλον «ψιλοκαμένος» αλλά ευτυχώς έχει τον συγκάτοικο του Συγκ, έναν παρλαπίπα που παίζει πολύ με τα κορίτσια και συνοψίζει μια καλή σχέση στο «είναι τέλεια αν γουστάρουμε και οι δύο φαί και διασκέδαση». Ο Τάσος κολλάει με μια νέα γειτόνισσα από το απέναντι διαμέρισμα – «για τριάντα τετραγωνικά στα Εξάρχεια δίνει 600 ευρώ» αλλά το μυαλό του παίζει παιχνίδια, φοβάται μην τυχόν την δούνε κι άλλοι να ξεντύνεται και κινδυνέψει. Γενικά, μια ωραία ιδέα, που όμως, σεναριακά δεν αναπτύχθηκε επαρκώς, οι χαρακτήρες λειτουργούν προσχηματικά, ενώ ένας πραγματικά καλός ηθοποιός, ο Γιώργος Χρυσοστόμου κάνει μια υπερβολική ερμηνεία.

Κώστας Φυτίλης και Αντώνης Τσιοτσόπουλος στο «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή
Και από τη φούσκα των ακινήτων που έχουν σηκώσει τα ενοίκια στον θεό, πάμε στην «μεταποίηση» του πολιτισμού όπου τα σινεμά γίνονται μπουτίκ hotel «για να πηγαινοέρχονται οι τουρίστες», αλλά με μια απαραίτητη εισαγωγή. Η εποχή ΠΑΣΟΚ είναι μυθική, για τους σωστούς αλλά κυρίως για όλους τους λάθους λόγους. Ακόμη και όσοι δεν την έχουν ζήσει, την έχουν δει να … σκρολάρει στο κινητό τους με τα άπειρα memes που διασκεδάζουν μυημένους και μη με αναφορές στα χρόνια τα παλιά με τις παχιές αγελάδες, στα χρόνια τα ωραία, που τις περισσότερες φορές αποδείχθηκαν όμως, και μοιραία. Μέσα σε αυτό το πνεύμα λοιπόν μπορεί κανείς να δει την ταινία «100 Χρόνια Μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή σε σενάριο του ίδιου και του Αντώνη Τσιοτσόπουλου (βασίζεται άλλωστε σε παλιότερο θεατρικό του δεύτερου) που είναι μια απολαυστική ταινία (και) για την κληρονομιά του ΠΑΣΟΚ στην ποπ κουλτούρα και περιλαμβάνει από το σκάνδαλο Κοσκωτά μέχρι το νεύμα του Ανδρέα στην Μιμή αλλά και το σακάκι του Τσοχατζόπουλου στην κηδεία του σοσιαλιστή ηγέτη. Η ταινία ξεκινάει με τη φράση του Παπανδρέου «Οι άνθρωποι γεννηθήκαμε γενναίοι, το συμφέρον μας έκανε δειλούς» που τη ζει με όλο του το είναι ο ήρωας, δηλαδή ο Λάκης, ο οποίος καθώς είναι γεννημένος τον Αύγουστο του 1974 όταν γύρισε ο Ανδρέας στην Ελλάδα, τότε που «με κάθε του λέξη φούσκωνε τα πνευμόνια μας με ελπίδα», θεωρεί ότι η ζωή του είναι συνδεδεμένη με το ΠΑΣΟΚ ακόμα και μεταφυσικά.
Το γραφείο του Λάκη, που είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ, βρίσκεται σε ένα κτίριο στην ταράτσα του οποίου λειτουργεί ένα σινεμά, αλλά ο ιδιοκτήτης του ο νεαρός Κωστάκης ετοιμάζεται να υπογράψει το συμβόλαιο πώλησης του για να γίνει ξενοδοχείο. Έτσι, ο Λάκης, προκειμένου να αφήσει τη δική του συνεισφορά στην πολιτισμό («μα μόνο εγώ και η Μερκούρη νοιαζόμαστε για τον πολιτισμό σε αυτόν τον τόπο;», αναρωτιέται) και να διατηρηθεί το σινεμά ώστε να παίζει Μπουνιουέλ, Παζολίνι και αδερφούς Ταβιάνι κόντρα στους καιρούς, τον απαγάγει, του λέει ότι έχει ζώσει το κτίριο με εκρηκτικά και του ξετυλίγει με το έτσι θέλω την διαδρομή του ΠΑΣΟΚ, παράλληλα με τη δική του ζωή. Το «100 χρόνια μπροστά» είναι πέρα για πέρα διασκεδαστικό, με σωστό ρυθμό και σφιχτή αφήγηση, και με έναν Τσιοτσιόπουλο σαρωτικό στον ρόλο του Λάκη -ωραία στιγμή του όταν χάνεται χορεύοντας το «Να ‘μουνα θεός για λίγο» του Πάριου (πόσο πιο 80s!)- με αντίβαρο τον αθώο «Κωστάκη» που τα έχει όλα αυτά ακουστά αλλά δεν τα έχει ζήσει. Έξοχος ο Κώστας Φυτίλης, στέκεται με δυνατή ερμηνεία απέναντι στο θηρίο Τσιοτσιόπουλο. Πίσω από αυτή την αστεία ταινία, που μπλέκει τον σουρεαλισμό με την πολιτική («σκληρός είναι ο πόλεμος στη Γάζα Κωστάκη», λέει ο Λάκης), κρύβεται και μια βαθιά μελαγχολία για τις ελπίδες και τα όνειρα που διαψεύστηκαν. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ.