

Υπάρχει μια στιγμή στο νέο ντοκιμαντέρ του Netflix για την Kylie Minogue όπου ο Nick Cave, -ανέλπιστα υποστηριχτός σε μια ποπ σταρ που συνήθισαν όλοι να χλευάζουν και απολαυστικά αστείος σε στιγμές που πραγματικά δεν το περιμένεις- μιλά για εκείνη σαν να περιγράφει κάποιον που τον έσωσε από τη βαρύτητα του ίδιου του εαυτού του. Και ξαφνικά η Kylie παύει να είναι απλώς μια pop σταρ με αψεγάδιαστο φωτισμό και πλαστικό χαμόγελο και γίνεται κάτι πιο κανονικό, ένας άνθρωπος που επέζησε της ειρωνείας, της χλεύης, του καρκίνου και της ίδιας της βιομηχανίας του θεάματος, χωρίς να χάσει την έμφυτη ευγένειά του.
Το πρώτο πράγμα που καταλαβαίνεις βλέποντας τα τρία επεισόδια του «Kylie» στο Netflix είναι ότι η Kylie Minogue έχει περάσει σχεδόν όλη τη ζωή της απολογούμενη για την ύπαρξή της. Για τη φωνή της, για τα τραγούδια της, για το σώμα της, για το ότι ήταν «πολύ χαριτωμένη» για να θεωρηθεί σοβαρή. Για το ότι ξεκίνησε από σαπουνόπερα. Για το ότι έκανε pop χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό. Για το ότι προτίμησε το τραγούδι από την υποκριτική.
Η σειρά ξεκινά σχετικά συμβατικά. Αναμενόμενα. Σαν κάποιος να ξύνει με καλοξυμένο μολύβι τις αναμνήσεις σου. Αρχειακό υλικό, Neighbours, «I Should Be So Lucky», Stock-Aitken-Waterman- το εργοστάσιο επιτυχιών που κατέστρεψε την ποπ βιομηχανία στα late 80’ς φτιάχνοντας τραγούδια σαν να συναρμολογούσε φούρνους μικροκυμάτων, ο ξινούλης Jason Donovan, η μεγάλη επιτυχία, η απόρριψη από «ειδικούς»- ακόμα και σήμερα είναι σχεδόν αστείο πόσο λίγο πίστευαν πολλοί άνθρωποι σε εκείνη τότε. Το ίδιο το ντοκιμαντέρ δείχνει πόσο βίαια την αντιμετώπισε ο βρετανικός Τύπος στα πρώτα της χρόνια. Σε σημείο που η ίδια θυμάται να καταρρέει κλαίγοντας από τις επιθέσεις και την ατελείωτη ειρωνεία. Και είναι λίγο σοκαριστικό να το βλέπεις σήμερα, μέσα από το πρίσμα μια άλλης πιο «τακτοποιημένης» εποχής- και να θυμάσαι πως υπήρχε αυτή η περίοδος που η νεαρή Αυστραλή υπήρξε τόσο επαγγελματικά γυαλισμένη ώστε σχεδόν όλοι ξεχνούσαν πως μέσα στο κέλυφος της εικόνας υπήρχε ένας άνθρωπος.

Η σειρά ξεκινά αναμενόμενα – με σπάνια home videos όμως από το προσωπικό αρχείο της – αλλά όλα αλλάζουν, όταν εμφανίζεται ο Michael Hutchence των INXS και ο παλμός αρχίζει να χτυπά αλλιώς . Ο Hutchence λειτουργεί σχεδόν σαν πρίγκιπα -σωτήρας στη ζωή της, βλέπει τον πραγματικό της εαυτό, χαμένο μέσα στα γιαλιστερά 21 της χρόνια, και της δείχνει ότι μπορεί να είναι sexy, σκοτεινή, αστεία, παράξενη, οτιδήποτε θέλει. Όχι απλώς «χαριτωμένη Kylie» Η ίδια επιστρέφει ξανά και ξανά σε εκείνον μέσα από τις αφηγήσεις της. Το σώμα της, ακουμπισμένο στον καναπέ των γυρισμάτων, στο παριζιάνικο σπίτι της φίλης της Kat Jebb– φωτογράφου και εικαστικού, την οποία η Kylie αποκαλεί στο ντοκιμαντέρ «πραγματική σωτήρα» της μετά τον χωρισμό της με τον Hutchence- μοιάζει συχνά να χάνεται μέσα στη μνήμη καθώς θυμάται κοινές τους στιγμές, σαν να ξαναζεί έναν έρωτα που δεν έφυγε ποτέ πραγματικά. Κάποια στιγμή παραδέχεται πως, μετά από αυτό το απόλυτο ταίριασμα, ακόμη και σήμερα συνεχίζει να ψάχνει κάτι ανάλογο.
Και μετά εμφανίζεται ο Nick Cave, ο οποίος , θα το διακινδυνεύσω , παίζει να είναι και το καλύτερο πράγμα σε ολόκληρο το ντοκιμαντέρ. Τον βλέπεις να μιλά για εκείνη με πραγματική τρυφερότητα, σαν να μη μπορεί ούτε ο ίδιος να εξηγήσει πώς μια γυναίκα που το σύστημα αντιμετώπιζε ως ελαφριά φιγούρα κατάφερε να έχει τόσο μεγάλη συναισθηματική αντοχή. Κάποια στιγμή τη χαρακτηρίζει «ακτίνα φωτός» και «ορισμό της χαράς». Και το λες και λίγο συγκινητικό και απρόσμενο αυτό, ειδικά αν έχεις μεγαλώσει με την εικόνα του Cave ως σκοτεινού άρχοντα της θλίψης. Και βέβαια υπάρχει κι αυτή η πλευρά του που είμαι σίγουρος πως οι περισσότεροι αγνοούν. Ο τρόπος που περιγράφει πως τον αντιμετώπισαν οι φαν της στο Top of the Tops, όταν παρουσίασαν το Where the wild roses grow, είναι ότι πιο αστείο έχεις ακούσει – και πραγματικά τα γέλια σου θα καλύψουν ολόκληρα τετράγωνα.
Το ντοκιμαντέρ είναι πολύ καλό όταν αφήνει τέτοιες μικρές αντιφάσεις να αναπνεύσουν. Η Kylie δεν παρουσιάζεται ως ιδιοφυΐα που άλλαξε τη μουσική. Παρουσιάζεται ως κάτι ίσως δυσκολότερο, ένας άνθρωπος που επέμενε να εξελίσσεται ενώ όλοι είχαν αποφασίσει ότι δεν χρειαζόταν να το κάνει. Υπάρχουν αναφορές σε κομμάτια που αποτελούν πολύτιμα διαμάντια στο στέμμα της ποπ κουλτούρας όπως το Confide in me και το Can’t get you out of my head αλλά και απίθανες απουσίες– μα καμία αναφορά στο Slow, top3 σε ότι έχει τραγουδήσει; Σε κάποιο σημείο θα πει πως το πιο αγαπημένο της παραμένει το Love at the first sight. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο, ακόμη θυμάμαι το χορό που ρίξαμε στην Πλατεία Νερού πέρσι το καλοκαίρι όταν μας έδειξε τι σημαίνει φαν ξόδεμα χωρίς παρωπίδες.

Kylie Minogue (2025)- Release Athens Festival, Πλατεία Νερού
Και κάποια στιγμή… μιλά για τον καρκίνο. Ή μάλλον, για τους καρκίνους. Γιατί η μεγαλύτερη αποκάλυψη της σειράς είναι ότι υπήρξε και δεύτερη διάγνωση το 2021, την οποία κράτησε απολύτως κρυφή- η πρώτη εμπειρία της στην παγκόσμια έκθεση ήταν ξεκάθαρα ακραία και τραυματική. Το βλέπεις και θέλεις να μπεις μέσα στην τηλεόραση και να ουρλιάξεις «αφήστε την ήσυχη επιτέλους να δώσει τη μάχη της». Οι σκηνές επίσης όπου μιλά για την εξωσωματική, για το ενδεχόμενο μητρότητας που δεν ήρθε ποτέ, είναι ίσως οι πιο γυμνές της καριέρας της. Δεν ξέρω αν το ντοκιμαντέρ καταφέρνει πάντα να αποφύγει την τηλεοπτική δραματοποίηση, μάλλον όχι, ειδικά στο δεύτερο μέρος, αλλά υπάρχει πάντα κάτι βαθιά αξιοπρεπές στον τρόπο που η Kylie μιλά για όλα αυτά, χωρίς αυτολύπηση, χωρίς να προσπαθεί να μετατρέψει τον πόνο της σε inspirational quote.


Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που το «Kylie» λειτουργεί τελικά τόσο καλά. Δεν είναι ακριβώς αποκαλυπτικό. Αρκετοί fans παραπονέθηκαν ότι αποφεύγει σκοτεινές ή πιο messy πλευρές της ζωής της και ότι παραλείπει ολόκληρες περιόδους της καριέρας της. Άλλοι πως μοιάζει περισσότερο με ένα «πολύ καλοφτιαγμένο PR» γεμάτο με ευχάριστες μουσικές και μια ελεγχόμενη αφήγηση. Όχι δεν είναι το είδος του ντοκιμαντέρ που θα προσπαθήσει να καλύψει τα πάντα ή να σου αποκαλύψει όλες τις βρόμικες λεπτομέρειες που η ανάγκη σου για μια γερή ματιά στην κλειδαρότρυπά το απαιτεί. Όντως.
Είναι όμως ένα ντοκιμαντέρ για ένα έρωτα που χάθηκε χωρίς όμως να φύγει ποτέ πραγματικά. Για το πως η απώλεια μετά από χρόνια μπορεί να σε οδηγεί με τρυφερότητα και αγάπη. Και μαζί, είναι ένα πορτρέτο για την αντοχή. Για το πώς μια γυναίκα πέρασε σαράντα χρόνια μέσα σε μια βιομηχανία που λατρεύει να κατασκευάζει είδωλα μόνο και μόνο για να τα διαλύει αργότερα. Και αυτό το κάνει εντελώς αληθινό.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Netflix UK & Ireland (@netflixuk)

