
EPA/CRISTOBAL HERRERA-ULASHKEVICH

EPA/CRISTOBAL HERRERA-ULASHKEVICH
Το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να πουλάει το ίδιο ρομαντικό παραμύθι: έντεκα εναντίον έντεκα, μία μπάλα, οι ίδιοι κανόνες για όλους. Ένα αφήγημα που ακούγεται υπέροχο στα διαφημιστικά σποτ της FIFA. Μόνο που κάθε τόσο η πραγματικότητα φροντίζει να υπενθυμίζει ότι υπάρχουν και κάποιοι που μοιάζουν να παίζουν με ένα διαφορετικό εγχειρίδιο κανονισμών. Ένα εγχειρίδιο γραμμένο με αόρατο μελάνι, το οποίο εμφανίζεται μόνο όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.
Οι περισσότεροι δικαιολογημένα λατρεύουν το ποδόσφαιρο της Αργεντινής και τον θαυμαστό Λιονέλ Μέσι. Οι Αιγύπτιοι,όμως, έχουν κάθε λόγο να διαμαρτύρονται. Όχι επειδή αποκλείστηκαν. Οι αποκλεισμοί είναι μέρος του ποδοσφαίρου. Διαμαρτύρονται επειδή στη φάση που προηγήθηκε του τρίτου γκολ θεωρούν ότι υπάρχει καθαρή παράβαση πάνω στον Μοχάμεντ Σαλάχ, η οποία δεν καταλογίζεται. Μια φάση που, αν συνέβαινε στην αντίπαλη περιοχή, είναι βέβαιο πως θα είχε προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη κινητοποίηση, ατελείωτες επαναλήψεις και εξαντλητικές αναλύσεις.
Αντί γι’ αυτό, το παιχνίδι συνεχίστηκε σαν να μην συνέβη τίποτα. Το γκολ μπήκε. Η ιστορία γράφτηκε. Κι όσοι τόλμησαν να μιλήσουν για τη φάση, αντιμετωπίστηκαν περίπου σαν τους ενοχλητικούς συγγενείς που χαλούν τη γιορτή υπενθυμίζοντας ότι κάποιος ξέχασε να πληρώσει τον λογαριασμό.
Κανείς δεν αμφισβητεί τον Λιονέλ Μέσι. Ο άνθρωπος είναι ιδιοφυΐα. Ένας ποδοσφαιριστής που έκανε πράγματα τα οποία θα συζητιούνται όσο θα υπάρχει ποδόσφαιρο. Όμως ακριβώς επειδή είναι τόσο μεγάλος, δεν χρειάζεται συνοδεία μιας ιδιότυπης ασυλίας για την ομάδα του. Οι θρύλοι δεν χρειάζονται διαιτητική προστασία. Οι θρύλοι γράφουν ιστορία μόνοι τους. Γιατί όταν κάθε αμφισβητούμενη απόφαση φαίνεται να γέρνει προς την ίδια πλευρά, δεν μειώνεται ο αντίπαλος. Μειώνεται ο νικητής. Η νίκη παύει να μοιάζει απόλυτα καθαρή και αρχίζει να συνοδεύεται από εκείνο το ενοχλητικό αστεράκι που δεν σβήνει ποτέ.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το ποδόσφαιρο απέκτησε και πολιτικούς… VARίστες. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε δημόσια ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με στέλεχος της FIFA, αφήνοντας να καταλάβουμε οτι μάλλον εννοούσε τον πρόεδρο Τζιάνι Ινφαντίνο, ζητώντας να επανεξεταστεί η αποβολή του Φολαρίν Μπαλογκάν. Αυτός δήλωσε ότι οι πειθαρχικές αποφάσεις ανήκουν στα ανεξάρτητα όργανά της. Οποιος θέλει μπορεί να πιστέψει τις πομφόλυγες περί ανεξαρτησίας. Όμως υπάρχει μια παλιά αρχή που φαίνεται να ξεχνιέται όλο και συχνότερα: η ανεξαρτησία δεν αρκεί να υπάρχει· πρέπει και να φαίνεται.
Όταν ο ισχυρότερος πολιτικός του πλανήτη θεωρεί φυσιολογικό να σηκώνει το τηλέφωνο για μια ποδοσφαιρική υπόθεση, η εικόνα που δημιουργείται είναι καταστροφική. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι επηρεάστηκε μια απόφαση. Αρκεί να γεννηθεί η υποψία ότι κάποιοι μπορούν να τηλεφωνήσουν εκεί όπου οι υπόλοιποι ούτε καν έχουν αριθμό. Κάποτε λέγαμε πως το ποδόσφαιρο είναι η πιο δημοκρατική μορφή ψυχαγωγίας. Σήμερα κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι είναι η πιο ακριβή θεατρική παράσταση. Οι πρωταγωνιστές είναι γνωστοί, οι κομπάρσοι αλλάζουν και το κοινό καλείται κάθε φορά να χειροκροτήσει το ίδιο έργο, ακόμα κι όταν διακρίνει τις ραφές του σεναρίου.
Το VAR παρουσιάστηκε ως η τεχνολογική επανάσταση που θα εξαφάνιζε τις αδικίες. Τελικά, κατάφερε να κάνει ακόμα πιο εκκωφαντικές τις απορίες. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι οι κάμερες. Οι κάμερες βλέπουν. Το πρόβλημα είναι ποιος αποφασίζει πότε θα κοιτάξει την οθόνη και πότε θα προτιμήσει να κοιτάξει αλλού. Η ειρωνεία είναι σχεδόν ποιητική. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν τόσες κάμερες, τόσες γωνίες λήψης, τόσοι αισθητήρες και τόση τεχνολογία. Κι όμως, ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο μεγάλη δυσπιστία απέναντι στις αποφάσεις. Ίσως επειδή η τεχνολογία δεν θεραπεύει την επιλεκτική ευαισθησία.
Το χειρότερο, όμως, δεν είναι μια λανθασμένη απόφαση. Αυτές υπήρχαν και θα υπάρχουν. Το πραγματικά επικίνδυνο είναι όταν εκατομμύρια φίλαθλοι αρχίζουν να πιστεύουν ότι τα λάθη έχουν μόνιμη κατεύθυνση. Ότι ορισμένες φανέλες είναι βαρύτερες από τους κανονισμούς. Ότι ορισμένα ονόματα σφυρίζουν πριν ακόμη σφυρίξει ο διαιτητής. Οι Αιγύπτιοι ήθελαν να ξέρουν ότι αν υπάρχει πέναλτι στον Σαλάχ, θα εξεταστεί με την ίδια σχολαστικότητα που θα εξεταζόταν αν ο παίκτης φορούσε άλλη φανέλα. Ζητούν να μην αισθάνονται ότι απέναντί τους δεν έχουν μόνο έντεκα ποδοσφαιριστές, αλλά και το αόρατο βάρος της ποδοσφαιρικής ιεραρχίας.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, ούτε ο Μέσι έχει ανάγκη από τέτοιες σκιές ούτε η Αργεντινή χρειάζεται ευνοϊκές υποψίες για να αποδείξει το μέγεθός της. Αυτά τα χρειάζονται μόνο όσοι φοβούνται ότι το ποδόσφαιρο δεν αρκεί από μόνο του. Το άθλημα δεν κινδυνεύει από τις ήττες των μικρών. Κινδυνεύει όταν οι μικροί σταματήσουν να πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν τους μεγάλους με τους ίδιους κανόνες. Εκεί τελειώνει ο αθλητισμός και αρχίζει η παράσταση. Γιατί το κοινό συγχωρεί ένα λάθος. Δεν συγχωρεί, όμως, την αίσθηση ότι το τέλος ήταν γραμμένο πριν ανοίξει η αυλαία. Δεν επιχειρώ να μειώσω προκαταβολικά την αξία της όποιας ομάδας κατακτήσει τελικά το τρόπαιο. Τέτοιου είδους παρατράγουδα (και με πολιτικές προεκτάσεις) έχουμε να ζήσουμε σε Μουντιάλ από το 1978 όταν το διοργάνωσε (και το πήρε) η Αργεντινή του δικτάτορα Βιντέλα…