Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΑ

Η αγορά απαξίωσε τη φιλοσοφία. Η τεχνητή νοημοσύνη τη ζητά πίσω

Η τεχνολογία που απειλεί σήμερα να καταστήσει την ανθρώπινη σκέψη περιττή διαλαλεί ότι έχει ανάγκη εκείνους που ανέκαθεν τη μελετούσαν. Η Σίλικον Βάλεϊ δεν δημιούργησε όμως την αξία της φιλοσοφίας. Απλώς υπενθύμισε γιατί την έχουμε τόσο πολύ ανάγκη

Στο περίφημο επιχείρημά του το «Κινεζικό Δωμάτιο», ο φιλόσοφος Τζον Σερλ περιγράφει έναν άνθρωπο κλεισμένο σε ένα δωμάτιο, ο οποίος ακολουθεί οδηγίες για να απαντά σε ερωτήσεις στα κινεζικά χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα, απλώς χειριζόμενος σύμβολα. Στους εξωτερικούς παρατηρητές φαίνεται ότι καταλαβαίνει κινεζικά· στην πραγματικότητα, όμως, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να ακολουθεί μηχανιστικά κανόνες.

Μετά την εμφάνιση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, όπως το ChatGPT, το παράδειγμα του Σερλ απέκτησε νέα επικαιρότητα: όταν ένα σύστημα μπορεί να γράφει κείμενα, να απαντά σε ερωτήσεις και να συμμετέχει σε σύνθετους διαλόγους, πρόκειται πράγματι για κατανόηση ή για μια εξαιρετικά εξελιγμένη προσομοίωσή της;

Το ερώτημα αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά που δείχνουν πόσο στενή –για την ακρίβεια, άρρηκτη- είναι η σχέση της φιλοσοφίας με την τεχνητή νοημοσύνη. Για να υπάρξει και να εξελιχθεί, ο νεότερος αυτός κλάδος της ανθρώπινης επιστήμης χρειάζεται έναν από τους αρχαιότερους: τη φιλοσοφία.

«Τι τους χρειαζόμαστε τόσους φιλοσόφους;»

Κι όμως, την ώρα που πληθαίνουν τα άρθρα για την «εκδίκηση» των πτυχιούχων φιλοσοφίας, αφού είναι περιζήτητοι στο «άντρο» της τεχνητής νοημοσύνης, τη Σίλικον Βάλεϊ, οι ίδιες οι επιστήμες που καλλιεργούν αυτές τις δεξιότητες εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως περιττές. Σε έναν κόσμο που ζυγίζει σχεδόν τα πάντα με βάση τις «ανάγκες της αγοράς», δηλαδή τη μετρήσιμη οικονομική απόδοση και τον μυωπικό τρόπο που αυτή ορίζεται από στρατιές τεχνοκρατών, η συζήτηση για τις ανθρωπιστικές επιστήμες καταλήγει συνήθως στο ερώτημα: «Τι τους χρειαζόμαστε τόσους φιλολόγους/ φιλοσόφους/ πολιτικούς επιστήμονες/ κοινωνιολόγους;»

Τον περασμένο Ιανουάριο, φοιτητές του δημόσιου Πανεπιστημίου Μοντκλέρ στο Νιου Τζέρσεϊ πραγματοποίησαν συμβολική κηδεία έξω από το κτίριο της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Κρατώντας λουλούδια, στάθηκαν μπροστά σε μια εικονική ταφόπλακα στην οποία ήταν χαραγμένα τα ονόματα των 15 τμημάτων τα οποία επρόκειτο να συγχωνευθούν σε τέσσερις ευρύτερες σχολές. Το Μοντκλέρ δεν είναι εξαίρεση. Από την Ιντιάνα μέχρι το Τέξας και από τη Βόρεια Καρολίνα μέχρι το Ιλινόι, στα προγράμματα ανθρωπιστικών σπουδών στις ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπα με περικοπές, συγχωνεύσεις και μείωση των εγγραφών. Μελέτη έχει μάλιστα προειδοποιήσει ότι, αν συνεχιστεί η σημερινή τάση, τα πτυχία ανθρωπιστικών επιστημών στις Ηνωμένες Πολιτείες θα εξαφανιστούν μέσα στα επόμενα 100 χρόνια.

Ανάλογη εξέλιξη καταγράφεται και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου αρκετά πανεπιστήμια έχουν προχωρήσει σε περικοπές ή αναδιαρθρώσεις τμημάτων αγγλικής λογοτεχνίας και άλλων ανθρωπιστικών αντικειμένων. Στην Ελλάδα, η κατακρήμνιση των βάσεων εισαγωγής σε αρκετά τμήματα κλασικών και ανθρωπιστικών σπουδών τα τελευταία χρόνια δείχνει την ίδια τάση.

Η Μάρθα Νασμπάουμ έχει περιγράψει αυτή την εξέλιξη ως απειλή όχι μόνο για την εκπαίδευση, αλλά και για την ίδια τη δημοκρατία. Στο βιβλίο της «Όχι για το Κέρδος: Οι Ανθρωπιστικές Σπουδές Προάγουν τη Δημοκρατία» υποστηρίζει ότι όταν η εκπαίδευση περιορίζεται στην παραγωγή εργαζομένων προς άμεση «κατανάλωση» από την αγορά εργασίας, κινδυνεύει να παραμελήσει τη δημιουργία πολιτών ικανών να σκέφτονται κριτικά, να αμφισβητούν και να κατανοούν τον άλλον. Όπως γράφει η Νάσμπαουμ, τα έθνη κινδυνεύουν να παράγουν «χρήσιμες μηχανές» αντί για ολοκληρωμένους πολίτες.

Οι ανθρωπιστικές επιστήμες πέθαναν, ζήτω οι ανθρωπιστικές επιστήμες!

Σε αυτό το τοπίο, η ειρωνεία φαντάζει ακόμα μεγαλύτερη καθώς η καρδιά της μεγαλύτερης τεχνολογικής επανάστασης της εποχής μας χτυπά δυνατά για φιλοσόφους. Η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από την προσφορά. Ενώ η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει την εργασία, την οικονομία, την καθημερινότητα και πιθανότατα τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γνώση, οι δεξιότητες που καλλιεργούν οι ανθρωπιστικές επιστήμες -η κριτική σκέψη, η διαχείριση ηθικών διλημμάτων, η ερμηνεία και κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η ενσυναίσθηση- αναδεικνύονται ως κρίσιμες.

«Αυτά που μας κάνουν ανθρώπους θα γίνουν πολύ περισσότερο σημαντικά, όχι λιγότερο σημαντικά», τόνιζε μιλώντας στο Fortune η συνιδρύτρια και πρόεδρος της Anthropic Ντανιέλα Αμοντέι. Η ίδια μάλιστα σπούδασε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σάντα Κρουζ, πριν στραφεί στον χώρο της τεχνολογίας και συνιδρύσει μία από τις σημαντικότερες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.

Το παράδοξο είναι προφανές: οι ίδιες σπουδές που επί χρόνια θεωρούνταν «μη πρακτικές» αποδεικνύονται σήμερα πολύτιμες σε έναν κλάδο που παρουσιάζεται ως το απόλυτο σύμβολο της τεχνολογικής πρακτικότητας. Για να κατασκευάσουμε μηχανές που μιμούνται την ανθρώπινη νοημοσύνη, χρειαζόμαστε βαθύτερη κατανόηση του ίδιου του ανθρώπου. Και αυτή ακριβώς είναι η περιοχή όπου η φιλοσοφία και οι ανθρωπιστικές επιστήμες είχαν πάντοτε προνομιακό λόγο.

Τούρινγκ, Τσόμσκι και φιλοσοφία του νου

«Η βασική μου κατάρτιση είναι στα εφαρμοσμένα και υπολογιστικά μαθηματικά, αλλά όσο περισσότερο εργάζομαι με την τεχνητή νοημοσύνη τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο απαραίτητη είναι η φιλοσοφία», έγραφε πρόσφατα ένας χρήστης του Reddit σε μια συζήτηση για τη σχέση της ΤΝ με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Όπως εξηγούσε, σκεφτόταν να επιστρέψει για να ολοκληρώσει τις σπουδές του στη φιλοσοφία, κυρίως για να κατανοήσει βαθύτερα την ανθρώπινη συμπεριφορά, την ηθική και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ίδια η νοημοσύνη. «Όταν σχεδιάζεις ένα φορέα τεχνητής νοημοσύνης», σημείωνε, «δεν κατασκευάζεις απλώς ένα εργαλείο· σχεδιάζεις ένα σύστημα που θα κληθεί να λαμβάνει αποφάσεις, να προσαρμόζεται και να αντιδρά σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίσεις πώς θα ερμηνεύει το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί».

Με το πρώτο κλάμα της Τεχνητής Νοημοσύνης όταν αυτή πρωτοαντίκρισε τον κόσμο, ξεκίνησε και η σχέση της με τη φιλοσοφία. Μπορεί ο όρος να δημιουργήθηκε στο περίφημο συνέδριο του Ντάρτμουθ το 1956, όμως ο πατέρας της Άλαν Τούρινγκ έθεσε το 1950 το πρώτο φιλοσοφικό ερώτημα που εγκαινίασε ουσιαστικά τον κλάδο: Μπορούν οι μηχανές να σκέφτονται; Ο ίδιος μετατόπισε το βάρος από τον ορισμό της «σκέψης» στη συμπεριφορά: αν μια μηχανή μπορεί να συμπεριφέρεται με τρόπο που μοιάζει με τον ανθρώπινο, τότε ίσως το ερώτημα δεν είναι αν «σκέφτεται» με τον τρόπο που σκεφτόμαστε εμείς, αλλά αν η διάκριση παραμένει λειτουργικά σημαντική.

Το πρόβλημα δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται: αν μια μηχανή μιλά σαν άνθρωπος, σημαίνει ότι καταλαβαίνει; Ή απλώς παράγει την κατάλληλη απάντηση; Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η φιλοσοφία του νου. Από τη μια πλευρά, ο Σερλ με το «Κινεζικό Δωμάτιο» επιχείρησε να δείξει ότι η παραγωγή σωστών απαντήσεων δεν αρκεί για να μιλήσουμε για κατανόηση. Από την άλλη, φιλόσοφοι που κινούνται στο ρεύμα του Λειτουργισμού υποστηρίζουν ότι η συνείδηση και η νοημοσύνη δεν εξαρτώνται κατ’ ανάγκην από το βιολογικό υλικό του εγκεφάλου, αλλά από τον τρόπο οργάνωσης των λειτουργιών ενός συστήματος. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων η πιθανότητα ένας τεχνητός νους να αποκτήσει κάποτε πραγματική νοημοσύνη, ίσως ακόμη και συνείδηση.

Η συζήτηση έγινε ακόμη πιο εμφατική με την εμφάνιση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Τα συστήματα αυτά μπορούν να παράγουν εντυπωσιακά συνεκτικό λόγο, να απαντούν σε ερωτήσεις και να συμμετέχουν σε σύνθετους διαλόγους. Και εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η σκέψη του Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος έχει σχέση πολύ πιο βαθιά με την τεχνητή νοημοσύνη από ό,τι είναι ευρύτερα γνωστό.

Γιατί ήταν οι θεωρίες του Τσόμσκι για τη γλώσσα που έστρωσαν τον δρόμο για τη διεύρυνση της ιδέας του Τούρινγκ αναφορικά με την ευφυΐα των μηχανών στην επεξεργασία της γλώσσας. Αντί να εξετάζουμε μόνο τι λέει ένας άνθρωπος, ο Τσόμσκι πρότεινε να αναζητήσουμε τους βαθύτερους κανόνες και τις γνωστικές δομές που καθιστούν εφικτή τη γλώσσα. Η ιδέα της γενετικής γραμματικής και της «βαθιάς δομής» επηρέασε καθοριστικά τη γνωσιακή επιστήμη και, έμμεσα, την τεχνητή νοημοσύνη, επειδή άνοιξε τον δρόμο για να αντιμετωπιστεί η γλώσσα όχι ως απλή ακολουθία λέξεων, αλλά ως οργανωμένο σύστημα κανόνων και σημασιών που θα μπορούσε, θεωρητικά, να μοντελοποιηθεί και από μηχανές.

Σήμερα, ο ίδιος ο Τσόμσκι είναι από τους σημαντικότερους επικριτές της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς υποστηρίζει ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όπως το ChatGPT, δεν κατανοούν πραγματικά τη γλώσσα, αλλά αναπαράγουν στατιστικά μοτίβα χωρίς να συλλαμβάνουν το νόημα, την πρόθεση ή την αλήθεια των προτάσεων που παράγουν.

Οι αλγόριθμοι διδάσκονται ηθική φιλοσοφία      

Η φιλοσοφία ωστόσο δεν καλείται να απαντήσει μόνο στο ερώτημα αν οι μηχανές σκέφτονται ή έχουν συνείδηση. Όταν η τεχνητή νοημοσύνη απορρίπτει έναν υποψήφιο για δουλειά, εκφέρει κρίση για ένα σύνθετο πολιτικό ζήτημα ή δίνει συμβουλές για την ψυχική υγεία, ανακύπτουν ζητήματα ηθικά που μόνο με τη συνδρομή της φιλοσοφίας μπορούν να προσεγγιστούν.

Τι πρέπει λοιπόν να επιτρέπεται στις μηχανές να κάνουν, ποιος ευθύνεται όταν βλάπτουν ανθρώπους και ποιες αξίες οφείλουν να ενσωματώνουν;

Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται πάνω σε δεδομένα που προέρχονται από πραγματικές κοινωνίες, άρα κουβαλούν τις ανισότητες, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις αυτών των κοινωνιών. Όταν ένας αλγόριθμος χρησιμοποιείται για προσλήψεις, για χορήγηση δανείων, για ιατρική διάγνωση ή για αστυνόμευση, ανακύπτει το ερώτημα αν αναπαράγει διακρίσεις εις βάρος συγκεκριμένων ομάδων. Εδώ η ηθική και πολιτική φιλοσοφία εισέρχονται αναγκαστικά στη συζήτηση, γιατί η ίδια η έννοια της «δίκαιης» απόφασης προϋποθέτει κρίση για το τι θεωρούμε ίση μεταχείριση, βλάβη, ευθύνη ή αποδεκτό ρίσκο.

Συχνά οι άνθρωποι συμβουλεύονται την τεχνητή νοημοσύνη για ζητήματα που επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή τους. Κι αν αυτή η συμβουλή τελικά τον βλάψει, ποιος λογοδοτεί; Ο προγραμματιστής, η εταιρεία που το ανέπτυξε, ο οργανισμός που το χρησιμοποιεί ή ο άνθρωπος που εμπιστεύτηκε την απόφασή του σε μια μηχανή; Το ερώτημα αυτό γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικό καθώς η τεχνητή νοημοσύνη διεισδύει σε τομείς όπως η υγεία, οι μεταφορές, η εργασία ή ο πόλεμος. Ποιος αναλαμβάνει την ηθική και νομική ευθύνη σε έναν κόσμο όπου η πράξη διαμεσολαβείται ολοένα και περισσότερο από αλγοριθμικά συστήματα;

Ένα ακόμη πεδίο είναι η προσπάθεια να σχεδιαστούν συστήματα που να ευθυγραμμίζονται με ανθρώπινες αξίες. Αν όμως είναι δύσκολο να σχεδιαστεί μια μηχανή που λειτουργεί σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο σύστημα αξιών, είναι ακόμη δυσκολότερο να αποφασιστεί ποιες ακριβώς θα είναι αυτές οι αξίες, όπως έλεγε στον Guardian ο φιλόσοφος Ιάσων Γκάμπριελ, απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που προσελήφθη στο DeepMind της Google το 2017 και σήμερα ηγείται της τμήματός της Γενικής Τεχνητής Νοημοσύνης και Κοινωνίας.

«Σε έναν πλουραλιστικό κόσμο, όπου συνυπάρχουν και συγκρούονται διαφορετικές αντιλήψεις περί αξιών, με ποια κριτήρια θα αποφασίσουμε ποιες αρχές και ποιοι στόχοι πρέπει να ενσωματωθούν στην τεχνητή νοημοσύνη – και ποιος νομιμοποιείται να λάβει αυτές τις αποφάσεις;» τόνιζε. Ο ίδιος έχει επισημάνει ότι η ευθυγράμμιση απαιτεί μια πολύ πιο σύνθετη συζήτηση για τις αξίες, τα συμφέροντα και τη δίκαιη συνύπαρξη διαφορετικών προσεγγίσεων ζητημάτων ηθικής. Και ότι τα φιλοσοφικά ερωτήματα ανακύπτουν αθρόα κατά την ενασχόληση με την τεχνητή νοημοσύνη. Το τελευταίο είναι μάλλον και ο λόγος που η Google DeepMind ανακοίνωσε τον Απρίλιο ότι προσλαμβάνει άτομα που η επαγγελματική τους κάρτα γράφει επάνω «Φιλόσοφος». 

Μία ακόμα εταιρεία που έχει επιστρατεύσει φιλοσόφους είναι η Anthropic. Ανάμεσά τους, η Σκωτσέζα Αμάντα Ασκέλ, η οποία είχε εκπονήσει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης τη διδακτορική διατριβή με θέμα τις «Αρχές Pareto στην Άπειρη Ηθική». Η Ασκέλ είναι ένα από τα σημαντικά πρόσωπα πίσω από το περίφημο «Σύνταγμα» των 23.000 λέξεων πάνω στο οποίο στηρίζεται η ηθική εκπαίδευση του chatbot της, Claude.

Το πιο σημαντικό ερώτημα

Ωστόσο, το μεγαλύτερο φιλοσοφικό ερώτημα που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη σχετίζεται με τον αντίκτυπό της στον ανθρώπινο νου, τον ανθρώπινο ψυχισμό, τις ανθρώπινες κοινωνίες

Αν όλο και περισσότερες αποφάσεις ανατίθενται σε αλγορίθμους, αν η δημιουργία, η γραφή, η κρίση και η επιλογή αυτοματοποιούνται, κατά πόσο διατηρείται η ανθρώπινη αυτονομία κι ελευθερία – ειδικά μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι τους αλγόριθμους διαμορφώνει μια χούφτα ζάμπλουτων επιχειρηματιών, κυρίως λευκών ανδρών;

Από αυτή την άποψη, η φιλοσοφία δεν επανέρχεται δυναμικά ως «εκδίκηση» των πτυχιούχων της επειδή έχουν ζήτηση στην αγορά εργασίας για την κατασκευή «ασφαλών» συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η φιλοσοφία είναι ο χώρος μέσα στον οποίο η ανθρωπότητα καλείται να συζητήσει τι είδους κοινωνία θέλει να οικοδομήσει με αυτά τα συστήματα.

Πολύ περισσότερο από κατασκευαστές προηγμένων τεχνολογιών, η δημοκρατία χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να κρίνουν τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιούνται αυτές οι τεχνολογίες.

H ίδια η συζήτηση γύρω από τη σχέση φιλοσοφίας και τεχνητής νοημοσύνης αναδεικνύει μάλλον μια ιστορική μας τύφλωση, αν όχι την ανθρώπινη βλακεία: Η φιλοσοφία δεν είναι σημαντική επειδή βοηθά σήμερα στην ανάπτυξη πιο «έξυπνων» μηχανών٠ η Σίλικον Βάλεϊ δεν δημιούργησε την αξία της, την υπενθύμισε. Η φιλοσοφία είναι σημαντική επειδή βοηθά τον άνθρωπο να καταλάβει τι είναι, πώς σκέφτεται, πώς πρέπει να ζει και πώς οφείλει να οργανώνει τον κοινό του κόσμο. Είναι σημαντική επειδή δημιουργεί σκεπτόμενους πολίτες. Κι επειδή χωρίς σκεπτόμενους πολίτες, δεν υπάρχει δημοκρατία.    

popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
ΜΗΤ
Αριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ 242199
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.