

Για εκατομμύρια θεατές θα είναι για πάντα ο άνθρωπος που κοίταξε με δέος έναν Βραχιόσαυρο και μας έμαθε να αγαπάμε τους δεινόσαυρους. Ο Sam Neill, όμως, υπήρξε ένας από τους πιο ευέλικτους –και ίσως πιο υποτιμημένους– ηθοποιούς της γενιάς του.
Η στιγμή στο Jurassic Park όπου ο Dr. Alan Grant βγάζει τα γυαλιά του και μένει άφωνος μπροστά στους πρώτους ζωντανούς δεινόσαυρους, είναι μια από τις πιο εμβληματικές σκηνές στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου και δικαιολογημένα έχει ταυτιστεί με τον Sam Neill. Μόνο που αυτή είναι μόλις μία σελίδα από μία καριέρα που κράτησε πάνω από πέντε δεκαετίες και περιλάμβανε μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες επιλογές που έκανε ποτέ πρωταγωνιστής του Χόλιγουντ. Ήταν ένας από τους σπουδαιότερους χαρακτήρες του horror, του ανεξάρτητου σινεμά, της επιστημονικής φαντασίας και των ανθρώπινων δραμάτων.
Ο Sam Neill έφυγε από τη ζωή, σήμερα, σε ηλικία 78 ετών. Όπως είχε αποκαλύψει παλιότερα ο ίδιος, είχε νικήσει τον καρκίνο, αφού το 2022 είχε διαγνωστεί με αγγειοανοσοβλαστικό λέμφωμα Τ-κυττάρων σταδίου τρία, ένα είδος καρκίνου του αίματος.
Ο Neill δεν κυνηγούσε τους εύκολους ρόλους, δεν ενδιαφέρθηκε να γίνει action hero, ούτε να επαναλαμβάνει τον ίδιο χαρακτήρα ξανά και ξανά. Αντίθετα, μετακινούνταν διαρκώς ανάμεσα στο εμπορικό σινεμά, τις ανεξάρτητες παραγωγές και τις πιο απαιτητικές δημιουργίες, αφήνοντας πίσω του μια φιλμογραφία αλλά και τηλεοπρικές σειρές που αξίζει να ξαναδούμε από την αρχή.
Αν και οι περισσότεροι θυμούνται τον Sam Neill από τις κινηματογραφικές του επιτυχίες, για το αυστραλιανό τηλεοπτικό κοινό το μεγάλο του ξεπέταγμα ήρθε μέσα από τη δραματική σειρά The Sullivans (1979-1980). Η καλτ σειρά, που παρακολουθούσε τη ζωή μιας οικογένειας στη Μελβούρνη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία της αυστραλιανής τηλεόρασης και αποτέλεσε εφαλτήριο για αρκετούς ηθοποιούς, ανάμεσά τους και ο Mel Gibson και η Kylie Minogue.
Πολύ πριν τον γνωρίσει όλος ο κόσμος ως Dr. Alan Grant, ο Sam Neill έκανε την πρώτη του πραγματικά μεγάλη κινηματογραφική εμφάνιση στο Sleeping Dogs (1977), το πολιτικό θρίλερ του Roger Donaldson που θεωρείται ορόσημο για τον κινηματογράφο της Νέας Ζηλανδίας και που ουσιαστικά εκτόξευσε τόσο τη δική του καριέρα όσο και το νεοζηλανδικό σινεμά στη διεθνή σκηνή.
Το 1979 έπαιξε στην ταινία My Brilliant Career. Δίπλα στη Judy Davis, ο νεαρός τότε Neill έδειχνε μια φυσικότητα που δύσκολα συναντά κανείς σε ηθοποιούς της ηλικίας του. Ήταν η στιγμή που το αυστραλιανό σινεμά άρχισε να τον συστήνει στον κόσμο.
Δύο χρόνια αργότερα ήρθε το Possession του Andrzej Żuławski, μια από τις πιο ακραίες, σκοτεινές και παράξενες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Απέναντι στην Isabelle Adjani, ο Neill βυθίζεται σε μια ιστορία γάμου, εμμονής, τρόμου και ψυχικής κατάρρευσης που ακόμη και σήμερα θεωρείται κορυφαία στιγμή του ευρωπαϊκού horror. Αν κάποιος γνωρίζει μόνο τον ήρεμο παλαιοντολόγο του Jurassic Park, δύσκολα θα πιστέψει ότι πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο.
Το 1989 ακολούθησε το Dead Calm. Μαζί με τη Nicole Kidman και τον Billy Zane δημιούργησαν ένα από τα καλύτερα ψυχολογικά θρίλερ της δεκαετίας του ’80. Χωρίς υπερβολές και θεαματικές εξάρσεις, ο Neill μετατρέπει έναν συνηθισμένο άνθρωπο σε ήρωα επιβίωσης, αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά ότι η δύναμή του βρισκόταν στις μικρές κινήσεις.
Φυσικά, το 1993 ήρθε το Jurassic Park του Steven Spielberg και άλλαξε τα πάντα. Ο Alan Grant έγινε ένας από τους πιο αγαπημένους κινηματογραφικούς επιστήμονες όλων των εποχών. Δεν ήταν ο τυπικός ατρόμητος ήρωας, ήταν δύστροπος, λίγο αντικοινωνικός, λάτρευε τα απολιθώματα περισσότερο από τους ανθρώπους και δεν έκρυβε ότι τα παιδιά τον έφερναν σε αμηχανία. Όταν λοιπόν αναγκάστηκε να προστατεύσει δύο μικρά παιδιά μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο δεινόσαυρους, έγινε ένας από τους πιο ανθρώπινους ήρωες του μπλοκμπάστερ σινεμά.
Την ίδια χρονιά, όμως, ο Neill απέδειξε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να εγκλωβιστεί στον ρόλο του σταρ. Στο The Piano της Jane Campion υποδύθηκε έναν άνθρωπο γεμάτο καταπιεσμένα συναισθήματα, σε μια ταινία που έγραψε ιστορία κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα και τρία Όσκαρ. Αν και ο χαρακτήρας του είναι τρομερά αντιπαθής, ο Neill καταφέρνει να τον παρουσιάσει με τρόπο που σε στιγμές τον συμπονάς. Εντάξει όχι πολύ, αλλά κάτι είναι και αυτό με αυτόν τον απαίσιο χαρακτήρα.
Οι απανταχού χοροράκιδες τον αποθέωσαν ξανά το 1994 στο In the Mouth of Madness του John Carpenter. Ένα μεταμοντέρνο παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παράνοια, που σήμερα θεωρείται κλασικό έργο του είδους. Ο Neill οδηγεί τον θεατή βήμα-βήμα προς την απόλυτη ψυχική αποσύνθεση, σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του.
Και βέβαια δεν ξεχνάω το Event Horizon. Όταν κυκλοφόρησε δεν ενθουσίασε κοινό και κριτικούς, όμως με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες cult ταινίες επιστημονικής φαντασίας και τρόμου. Σήμερα, εννοείται, δύσκολα λείπει από οποιαδήποτε λίστα με τα κορυφαία sci-fi horror όλων των εποχών.
Η φιλμογραφία του, όμως, δεν εξαντλείται στους δεινόσαυρους και στον τρόμο. Στο τρυφερό The Dish απέδειξε το σπάνιο κωμικό του ταλέντο, ενώ στο Hunt for the Wilderpeople του Taika Waititi χάρισε μία από τις πιο ζεστές και ανθρώπινες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων της καριέρας του. Ο δύστροπος θετός πατέρας που σιγά-σιγά μαλακώνει, έγινε ένας ακόμη χαρακτήρας που δύσκολα ξεχνιέται.
Και βέβαια υπάρχει το Merlin, η τηλεοπτική μίνι σειρά που μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ως Μέρλιν, δίπλα στην Helena Bonham-Carter, απέδειξε ότι μπορούσε να δώσει κύρος και γοητεία ακόμη και σε μια παραγωγή φαντασίας για την τηλεόραση, πολύ πριν οι τηλεοπτικές σειρές αποκτήσουν το κύρος που έχουν σήμερα.
Το μεγαλύτερο προτέρημα του Sam Neill είναι ότι δεν κυνήγησε ποτέ το προφίλ του ακαταμάχητου σταρ, ούτε έχτισε μια δημόσια περσόνα μεγαλύτερη από τους ρόλους του. Ήταν ένας ηθοποιός που μπορούσε να περάσει από το arthouse στο blockbuster, από τον ψυχολογικό τρόμο στην κωμωδία και από τον μύθο στην καθημερινότητα, χωρίς ποτέ να χάνει την ουσία του. He will be missed.