

Με τη φόρα των 600.000 εισιτηρίων που έκοψε στην πατρίδα της την Ισπανία και δύο βραβεία Γκόγια, ένα διασκευασμένου σεναρίου και ένα καλύτερου σχεδιασμού κοστουμιών, βγαίνει σήμερα στις αίθουσες αυτή η κωμωδία καταστάσεων που επιλέγει τον δύσκολο δρόμο του χιούμορ και βάζει φόντο τον ισπανικό εμφύλιο και τον δικτάτορα Φράνκο για να πει με τον ψυχαγωγικό και ελαφρύ τρόπο της και δυό κουβέντες για την αξία της ελευθερίας, της ιστορικής συνείδησης, το ιδανικό της δημοκρατίας. Δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση για πολιτική ταινία αλλά για μια καλή και ανάλαφρη κωμωδία που αξιοποιεί τραγικές καταστάσεις και σκοτεινά κεφάλαια της Ιστορίας για να στήσει μια φάρσα που θα σε κάνει να γελάσεις- κάποιες στιγμές- και πικρά, φροντίζοντας να ξύσει πληγές και να επαναφέρει συλλογικά τραύματα μιλώντας παράλληλα τόσο όσο, με λοξό τρόπο, για ιδανικά. Και ναι, σε μια τέτοια ταινία δε θα μπορούσαν ο Φράνκο και ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του, ο διοικητής της φάλαγγας, να μην μοιάζουν με καρικατούρες, χάρτινες φιγούρες που μόλις ξεπήδησαν από τις σελίδες ενός κόμικ. Άλλωστε κάθε φορά που εμφανίζονται στη δράση, η ταινία γέρνει προς τη φάρσα με καλοζυγισμένα αστεία, ποτέ δεν λοξοδρομεί προς το γελοίο, και στήνει ταπεινωτικές καταστάσεις εις βάρος τους.

Όλοι οι καλοί μάγειρες είναι πολιτικοί κρατούμενοι
Και μόνο η συνθήκη που βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας, όπου ο Φράνκο και η παρέα του θα βρεθούν σε δείπνο που έχει ετοιμάσει μια χούφτα αντιφρονούντων τους οποίους έβγαλαν επί τούτου από τα μπουντρούμια των φυλακών και στο παρά πέντε της προγραμματισμένης εκτέλεσης τους, αρκεί για να φανταστούμε τι θα ακολουθήσει. Συγκεκριμένα, βρισκόμαστε λίγο μετά το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου. Ο Φράνκο δίνει εντολή να διοργανωθεί προς τιμήν του και αρκετών εκλεκτών καλεσμένων του, εξήντα στο σύνολο, ένα πολυτελές δείπνο με ζωντανή ορχήστρα και τα καλύτερα κρασιά στα ποτήρια στο φημισμένο Hotel Palace της Μαδρίτης που στο μεταξύ έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο και τίποτα δεν θυμίζει την παλιά του αίγλη και μεγαλοπρέπεια (ίσως ένας συμβολισμός για την ίδια την Ισπανία). Το να εξαφανίσουν αρρώστους, ορούς, χειρουργικά εργαλεία και νοσοκομειακά κρεβάτια μέσα σε λίγη ώρα αποδεικνύεται πολύ μικρό πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει και για το ότι διάφορα καλούδια και άλλα εδέσματα, και κυρίως το ακριβοθώρητο μοσχάρι ή τα ψάρια είναι δυσεύρετα και θα πρέπει να βρεθούν με τρόπο παράνομο-«δεν υπάρχει μαύρη αγορά στην χώρα του Φράνκο!» αρνείται πεισματικά ο υπολοχαγός του και όλοι οι «κόκκινοι» σκάνε στα γέλια. Θα τους κοπεί το γέλιο μόλις ακουστεί ο πυροβολισμός. Θα ξεπεράσουν κι άλλο εμπόδιο, πρέπει να βρούνε λουλούδια για τον στολισμό της σάλας αλλά έχουν ανατιναχτεί όλα τα χωράφια! Η λύση θα βρεθεί στα λουλούδια που κλέβουν από την εκκλησία. Όλες όμως, οι παραπάνω δυσκολίες, το να ξαναγίνει το ξενοδοχείο…ξενοδοχείο, να βρεθούν τα πρώτα υλικά για το μαγείρεμα και να μαζέψουν λουλούδια είναι αμελητέες μπροστά στο πραγματικά ανυπέρβλητο πρόβλημα που είναι από μόνο του μια τραγική ειρωνεία: όλοι οι καλοί μάγειρες είναι «κόκκινοι» και βέβαια φυλακισμένοι του καθεστώτος. Αλλά κομμάτια να γίνει, προκειμένου να χορτάσει τη νίκη του με καλό φαγητό και πιοτό ο δικτάτορας θα τους βγάλουν από τη φυλακή για λίγες ώρες όπου θα πρέπει να γυρίσουν «με το που σβήσουν τα πούρα» των υψηλών προσκεκλημένων της φιέστας. Και όσο οι επιδέξιοι σεφ- πολιτικοί κρατούμενοι, που έχουν «τάΐσει και τον ίδιο τον Αΐνστάιν» θα μαγειρεύουν σπεσιαλιτέ σούπες με θαλασσινά και λαχταριστό μοσχαράκι, θα ετοιμάζουν και την απόδραση τους.
Συντονιστές σε αυτή την σουρεαλιστική τρέλα είναι ένας υπολοχαγός του Φράνκο, ο Μεδίνα (εξαιρετικός ο Μάριο Κάσας), που πρωτοεμφανίζεται αυστηρός και υπάκουος αλλά εξελίσσεται σε μια αινιγματική προσωπικότητα με καταπιεσμένες επιθυμίες και καλά κρυμμένα ψήγματα ανθρωπισμού και ένας αινιγματικός μετρ ντ’ οτέλ (κεντάει και ο Αλμπέρτο σαν Χουάν) που για το καλό όποιου ζει και αναπνέει εκεί μέσα αγωνιά να πάνε όλα καλά και αποδεικνύεται εξαιρετικός διπλωμάτης στον χειρισμό ανθρώπων και καταστάσεων κι ας ξέρει ο ίδιος ότι «άνθρωποι σαν εμένα δεν έχουν θέση στο καθεστώς» λόγω της ομοφυλοφιλίας του. Οι δυό τους πρέπει να συνεργαστούν άψογα και αποτελεσματικά καθώς έχουν μόνο λίγες ώρες για να ετοιμάσουν ένα δείπνο που θα γράψει ιστορία στην… ιστορία και το ρολόι μετράει αντίστροφα. Τικ τοκ, τικ τοκ…

Εξαιρετικές ερμηνείες από τον Αλμπέρτο σαν Χουάν και τον Μάριο Κάσας
Βασισμένο στο θεατρικό «La Cena» του Χοσέ Λουίς Αλόνσο ντι Σάντος παρότι το «Δείπνο του Φράνκο» εξελίσσεται μέσα στους (πολλούς) τοίχους του ξενοδοχείου καταφέρνει και παίρνει ανάσες ελεύθερα και με ρυθμό που αυξάνεται όσο πλησιάζει η ώρα της άφιξης του Φράνκο, βγάζει γέλιο αβίαστα χωρίς να πιέζει καταστάσεις και χωρίς χοντροκομμένα αστεία, εναλλάσσει με μέτρο τις κωμικές με τις δραματικές στιγμές σε μια αφήγηση όπου κυριαρχεί η σάτιρα. Κι αυτό μάλλον οφείλεται, πέρα από το καλογραμμένο σενάριο, και στον καθαρό στόχο που φαίνεται να έχει βάλει εξαρχής ο σκηνοθέτης Μανουέλ Γκομέζ Περέιρα τον οποίο γνωρίζουμε από δυό ταινίες με τον Χαβιέ Μπαρδέμ («Στόμα με στόμα» και «Ανάμεσα στα πόδια») που είναι να κάνει μια λαΐκή κωμωδία όπου όλα είναι στη φόρα, σε πρώτο επίπεδο, χωρίς υπονοούμενα και συμβολισμούς με ξεκάθαρα και γρήγορα αστεία. Ό,τι βλέπει ο θεατής αυτό είναι. Αν είχε στις προθέσεις του να αποφύγει κάποιες ευκολίες και την ροπή προς τον επιφανειακό διδακτισμό θα ήταν καλύτερα. Αλλά και πάλι, από αυτό το δείπνο που μας κερνά ο Ισπανός σκηνοθέτης φεύγουμε χορτάτοι. Θα μπορούσε απλά να μας τρατάρει και ένα ποτήρι καλό κρασί παραπάνω.
«Το δείπνο με τον Φράνκο» κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Weird Wave.