Δεν είναι μόνο στην Ελλάδα! Μάχη για τη λευτεριά στις παραλίες δίνουν και στην Ιταλία

Οι ιταλικές παραλίες θυμίζουν συχνά ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Όποιος περπατά κατά μήκος της ακτογραμμής συναντά διαδοχικές ζώνες με ομπρέλες και ξαπλώστρες σε απόλυτη τάξη: για μερικές δεκάδες μέτρα κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα, στη συνέχεια το πορτοκαλί, το κίτρινο, το πράσινο και ούτω καθεξής. Είναι τα περίφημα bagni, οι οργανωμένες παραλίες της Ιταλίας, γνωστές επισήμως ως concessioni balneari – οι παραχωρήσεις εκμετάλλευσης τμημάτων της ακτής σε ιδιώτες.
Πρόκειται για έναν θεσμό βαθιά ριζωμένο στην ιταλική κουλτούρα. Οι οργανωμένες παραλίες λειτουργούν με στρατιωτική ακρίβεια: η άμμος ισιώνεται από νωρίς το πρωί, οι ξαπλώστρες τοποθετούνται με απόλυτη συμμετρία, τα beach bars σερβίρουν από Negroni μέχρι τηγανητά καλαμάρια, ενώ πολλές εγκαταστάσεις διαθέτουν εστιατόρια, αθλητικές δραστηριότητες, πισίνες και χώρους ψυχαγωγίας.
Η εμπειρία είναι πλήρως οργανωμένη και προβλέψιμη. Οι τιμές καθορίζονται με λεπτομέρεια, όπως συμβαίνει με τα εισιτήρια ενός θεάτρου: όσο πιο κοντά στη θάλασσα βρίσκεται η ξαπλώστρα, τόσο υψηλότερη είναι η χρέωση. Στη Milano Marittima, για παράδειγμα, μια ομπρέλα με δύο ξαπλώστρες μπορεί να κοστίζει περίπου 30 ευρώ κοντά στο μπαρ, ενώ η τιμή μπορεί να φτάσει τα 60 ευρώ για την πρώτη σειρά δίπλα στο νερό. Πολλές οικογένειες, μάλιστα, διατηρούν την ίδια θέση για ολόκληρη τη θερινή περίοδο, χρόνο με τον χρόνο, δημιουργώντας μια σχέση σχεδόν μόνιμης κατοχής.
Απέναντι σε αυτό το μοντέλο βρίσκονται οι spiagge libere, οι ελεύθερες δημόσιες παραλίες όπου οι πολίτες μπορούν να απλώσουν την πετσέτα τους και να φέρουν τη δική τους ομπρέλα. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις βρίσκονται σε λιγότερο προνομιακά σημεία της ακτογραμμής: κοντά σε εκβολές ποταμών, σε βιομηχανικές περιοχές ή σε δύσβα

View of the Tyrrhenian sea coast in Positano, Italy. Beach with people and sunbeds, residential buildings in the distance
τα τμήματα όπου η άμμος συναντά τα βράχια.
Συχνά, οι δημόσιες παραλίες αντιμετωπίζουν προβλήματα καθαριότητας και υποδομών. Δεν υπάρχουν πάντα τουαλέτες, ντους ή ναυαγοσώστες, ενώ σκουπίδια μπορεί να παραμένουν στην άμμο. «Η κατάσταση είναι παράλογη», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας Ολλανδός επισκέπτης σε ελεύθερη παραλία κοντά στη Νάπολη. Όπως εξηγεί, προσπάθησε να καθίσει σε οργανωμένη παραλία απέναντι, αλλά του απαγορεύτηκε η πρόσβαση, ενώ στη δημόσια παραλία όπου τελικά βρέθηκε δεν υπήρχαν ούτε οι βασικές υποδομές.
Η εικόνα αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ιταλία: ποιος έχει πραγματικά δικαίωμα στη θάλασσα και πόσο δημόσια πρέπει να παραμένει μια φυσική κληρονομιά που αποτελεί ταυτόχρονα έναν από τους πιο κερδοφόρους τομείς της οικονομίας; Η Ιταλία διαθέτει περίπου 30.000 οργανωμένες παραλίες, ενώ σύμφωνα με στοιχεία της περιβαλλοντικής οργάνωσης Legambiente, περίπου το 43% των αμμωδών ακτών της χώρας βρίσκεται πλέον υπό ιδιωτική διαχείριση.
Ο Ντανίλο Ρουτζιέρο, επικεφαλής της εκστρατείας Mare Libero («Ελεύθερη Θάλασσα»), υποστηρίζει ότι το πρόβλημα ξεπερνά την απλή παρουσία ομπρελών και ξαπλωστρών. «Οι παραλίες έχουν μετατραπεί σε μικρά τουριστικά συγκροτήματα», αναφέρει, εξηγώντας ότι πολλές οργανωμένες εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν πλέον πισίνες, πάρκινγκ, γυμναστήρια, εστιατόρια και εμπορικούς χώρους. Ο ίδιος ζει στην Όστια, δυτικά της Ρώμης, όπου – όπως υποστηρίζει – περίπου το 80% της παραλίας αποτελείται από αυτό που αποκαλεί «οι Ηνωμένες Πολιτείες των λίντο».
Σύμφωνα με τον Ρουτζιέρο, σε πολλές περιοχές έχουν δημιουργηθεί φυσικά και τεχνητά εμπόδια που περιορίζουν την πρόσβαση: τοίχοι, πύλες, φράχτες και ψηλοί θάμνοι που όχι μόνο εμποδίζουν την είσοδο αλλά πολλές φορές κρύβουν ακόμη και τη θέα προς τη θάλασσα. «Υπάρχουν σημεία όπου για αρκετά χιλιόμετρα δεν μπορείς καν να δεις το νερό», σημειώνει.
Στην Ιταλία, η συζήτηση για την πρόσβαση στις παραλίες έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση στη Νάπολη και ειδικότερα στη Μπακόλι, μια πόλη στα βορειοδυτικά του Κόλπου της Νάπολης, όπου η φυσική ομορφιά συνυπάρχει με μια ιδιαίτερα σύνθετη γεωλογική πραγματικότητα. Η Μπακόλι είναι χτισμένη πάνω στα Φλεγραία Πεδία, μία από τις πιο ενεργές ηφαιστειακές περιοχές της Ευρώπης. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από ηφαιστειακές λίμνες, βραχώδεις ακτές και συνεχείς μικρές μεταβολές του εδάφους, ένα φαινόμενο γνωστό ως βραδυσεισμός, εξαιτίας του οποίου το έδαφος ανυψώνεται ή υποχωρεί προκαλώντας ρωγμές και παραμορφώσεις σε δρόμους και κτίρια. «Εδώ οι άνθρωποι δεν ζουν απλώς πάνω σε ένα ηφαίστειο, αλλά μέσα σε ένα ηφαίστειο», έχει δηλώσει χαρακτηριστικά ο Φάμπιο Τσιτσιλιάνο, επικεφαλής της ιταλικής Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας.
Σε αυτό το ιδιαίτερο τοπίο, ο δήμαρχος της πόλης, ο 39χρονος Τζόζι Τζεράρντο Ντέλα Ρατζιόνε, έχει μετατρέψει τη μάχη για την ελεύθερη πρόσβαση στις παραλίες σε βασικό άξονα της πολιτικής του δράσης. Ο Ντέλα Ρατζιόνε – γνωστός στους κατοίκους απλώς ως «Τζόζι» – έχει γίνει πανεθνικά γνωστός για την προσπάθειά του να απομακρύνει παράνομες κατασκευές και εμπόδια που, όπως υποστηρίζει, απέκλειαν τους πολίτες από την ακτή. «Μέχρι πρόσφατα οι παραλίες μας ήταν γεμάτες παράνομα υπόστεγα, συρματοπλέγματα, πύλες και θυροτηλέφωνα», αναφέρει.
Σε πολλές περιπτώσεις, η πρόσβαση σε παραλίες γινόταν μόνο μέσα από ιδιωτικές εγκαταστάσεις. Όποιος ήθελε να φτάσει στη θάλασσα έπρεπε να χτυπήσει ένα θυροτηλέφωνο και να περιμένει την έγκριση του διαχειριστή. «Η απάντηση ήταν: θα σου ανοίξω μόνο αν σε γνωρίζω», λέει ο δήμαρχος, περιγράφοντας ένα σύστημα που θεωρεί βαθιά πελατειακό, βασισμένο στις προσωπικές γνωριμίες και στις σχέσεις εξάρτησης.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερο συμβολισμό στη Νάπολη, όπου η θάλασσα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης. Για τους Ναπολιτάνους, η θάλασσα δεν είναι απλώς ένας φυσικός πόρος, αλλά στοιχείο της καθημερινότητας, της μουσικής και της συλλογικής μνήμης. Ωστόσο, η πραγματικότητα στην ακτογραμμή της Καμπανίας παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Στην περιφέρεια όπου ανήκει η Νάπολη, περίπου το 70% των παραλιών έχει παραχωρηθεί σε ιδιώτες, ενώ μέσα στην ίδια την πόλη το ποσοστό φτάνει σχεδόν το 95%.
Ο δήμαρχος υποστηρίζει ότι ένα μεγάλο μέρος αυτής της κατάστασης δημιουργήθηκε μέσα από μια πρακτική που χαρακτηρίζει «νομιμοποιημένη καταπάτηση». Όπως εξηγεί, πολλές επιχειρήσεις επεκτείνονταν παράνομα σε δημόσιες εκτάσεις και στη συνέχεια αντιμετώπιζαν την επιβολή προστίμων ως ένα είδος διαδικασίας που τελικά τους επέτρεπε να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους. «Καταλάμβαναν ένα τμήμα της θάλασσας και της παραλίας. Στο τέλος κάθε καλοκαιριού η Λιμενική Αρχή τους επέβαλλε πρόστιμο για παράνομη κατάληψη του χώρου», αναφέρει.
Για τον Ντέλα Ρατζιόνε, τα πρόστιμα αυτά δεν λειτούργησαν ως πραγματική αποτροπή, αλλά ως ένας μηχανισμός που επέτρεψε σε ορισμένους επιχειρηματίες να παγιώσουν την παρουσία τους. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι αρκετοί από τους ανθρώπους που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με δικαστικές διαδικασίες χαρακτηρίζονται από τις αρχές ως abusivi storici, δηλαδή «ιστορικοί αυθαίρετοι καταληψίες». «Όταν δημόσια περιουσία καταλαμβάνεται με τη βία και τον εκφοβισμό, τότε χρειάζεται επίσης αποφασιστικότητα για να επιστραφεί στην κοινωνία», τονίζει.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ήταν η παραλία Casevecchie, όπου η δημοτική αρχή χρησιμοποίησε βαριά μηχανήματα για την κατεδάφιση παράνομων κατασκευών που είχαν δημιουργηθεί σε δημόσια γη. Ο δήμαρχος περιγράφει ένα περιστατικό κατά το οποίο ένας διαχειριστής αποθήκης που επρόκειτο να κατεδαφιστεί εμφανίστηκε κρατώντας αλυσοπρίονο και κινήθηκε εναντίον εργαζομένων του δήμου. «Αυτού του είδους τα περιστατικά είναι αυτά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε», αναφέρει.
Η σύγκρουση αυτή δεν είναι καινούργια για τον Ντέλα Ρατζιόνε. Πριν από 17 χρόνια είχε συνιδρύσει την εκστρατεία FreeBacoli στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ εργαζόταν ως αθλητικός δημοσιογράφος. Παράλληλα, κατήγγελλε συστηματικά φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιοίκησης στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η δημόσια δράση του είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και εμπρηστική επίθεση εναντίον του οικογενειακού παντοπωλείου.
Το 2015, σε ηλικία μόλις 28 ετών, εξελέγη δήμαρχος με ποσοστό σχεδόν 65%. Παρότι η πρώτη του θητεία διακόπηκε μετά από μόλις έναν χρόνο, επέστρεψε στην εξουσία το 2019 και σήμερα διανύει τον έβδομο χρόνο παρουσίας του στη διοίκηση της πόλης.
Η ιδιαίτερη θέση της Μπακόλι οφείλεται και στο γεγονός ότι ο δήμος διαθέτει στην κατοχή του περισσότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής έκτασης της πόλης, η οποία εκτείνεται σε περίπου 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Περίπου το 60% αυτής της έκτασης αφορά παράκτια ζώνη. Αρκετές από τις πιο προνομιακές περιοχές είχαν στο παρελθόν περάσει στον έλεγχο της τοπικής μαφίας, της Καμόρα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Villa Ferretti, μια έπαυλη του 19ου αιώνα χτισμένη δίπλα σε ρωμαϊκά ερείπια, τα οποία διακρίνονται ακόμη κάτω από τα καθαρά νερά του κόλπου του Ποτσουόλι. Η έπαυλη πέρασε κάποια στιγμή στα χέρια της οικογένειας Pariante, μιας γνωστής φατρίας της Καμόρα, η οποία απέκλεισε την πρόσβαση του κοινού στην παραλία που βρισκόταν μπροστά από το ακίνητο. Το 1995 η περιουσία κατασχέθηκε από τη Διεύθυνση Αντιμαφίας της Ιταλίας και το 2003 πέρασε στον Δήμο Μπακόλι.
Το 2016, η δημοτική αρχή μετέτρεψε την περιοχή σε δημόσιο πάρκο, αποκατέστησε την ελεύθερη πρόσβαση στην ακτή, δημιούργησε υπαίθριο θέατρο και παραχώρησε την έπαυλη στο Πανεπιστήμιο Federico II της Νάπολης. Για τον Ντέλα Ρατζιόνε, η υπόθεση των παραλιών είναι μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής φιλοσοφίας. «Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε είναι να επιστρέψουμε την πόλη στους πολίτες της», λέει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η δημόσια διοίκηση δεν πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός διανομής εξυπηρετήσεων, αλλά ως θεσμός που προστατεύει το κοινό συμφέρον. «Το δημόσιο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν μια τούρτα που μοιράζεται ανάμεσα σε φίλους, ψηφοφόρους και συγγενείς», υποστηρίζει. Η παραλία Μιζένο αποτελεί ένα ακόμη σημείο έντονης αντιπαράθεσης στη Μπακόλι. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή καμπυλωτή λωρίδα άμμου μήκους λίγο μεγαλύτερου από ένα χιλιόμετρο, με θέα προς τα διάσημα νησιά του Κόλπου της Νάπολης, την Πρότσιντα, την Ίσκια και το Κάπρι.
Παρά τη φυσική της ομορφιά, η πρόσβαση στην παραλία δεν είναι εύκολη. Από τον σύγχρονο δρόμο που φέρει το όνομα του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, ο επισκέπτης συναντά μεγάλες πύλες, αψίδες και εισόδους που οδηγούν σε ιδιωτικές παραλιακές εγκαταστάσεις. Υπάρχουν ακόμη και χώροι στάθμευσης που προορίζονται αποκλειστικά για τα μέλη αυτών των εγκαταστάσεων.
Όποιος δεν γνωρίζει τα στενά περάσματα ανάμεσα στις περιφράξεις και τις ιδιωτικές εγκαταστάσεις, μπορεί να δυσκολευτεί ακόμη και να δει την παραλία, πόσο μάλλον να φτάσει στην άμμο. «Σχεδόν όλες είναι στρατιωτικές παραλίες», εξηγεί ο δήμαρχος Τζόζι Ντέλα Ρατζιόνε.
Το Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει μία εγκατάσταση, η Πολεμική Αεροπορία μία ακόμη, ο Ιταλικός Στρατός δύο, ενώ και το Λιμενικό Σώμα διαχειρίζεται δικό του χώρο. Αν προστεθεί και η εγκατάσταση της Guardia di Finanza, της ιταλικής Οικονομικής Αστυνομίας, τότε περίπου 100.000 τετραγωνικά μέτρα αμμουδιάς στη Μιζένο προορίζονται για αποκλειστική χρήση συγκεκριμένων ομάδων. Όταν όμως κάποιος καταφέρει τελικά να βρει ένα πέρασμα ανάμεσα στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, η εικόνα που αντικρίζει είναι εντυπωσιακή.
Τα νερά είναι καθαρά και δροσερά, ενώ τα νησιά του κόλπου μοιάζουν τόσο κοντά ώστε δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε κανείς να κολυμπήσει μέχρι εκεί. Στην αριστερή πλευρά της παραλίας βρίσκονται περίπου δώδεκα σπηλιές, οι οποίες στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί χώροι του ρωμαϊκού στόλου. Πριν από περίπου 2.000 χρόνια, οι φυσικοί κόλποι και οι αλμυρές λίμνες της περιοχής μετέτρεψαν τη Μπακόλι σε στρατηγικό λιμάνι της Ρώμης και έδρα του περίφημου Classis Misenensis, του αυτοκρατορικού στόλου της Ρώμης.
Μέσα από ένα εξελιγμένο δίκτυο υπόγειων υδραγωγείων, φρέσκο νερό έφτανε στους ναύτες από τη μνημειώδη δεξαμενή Piscina Mirabilis, έναν τεράστιο υπόγειο χώρο με θολωτή οροφή και κυκλικούς φεγγίτες που επέτρεπαν στο φως να πέφτει πάνω στην επιφάνεια του νερού. Η περιοχή, επομένως, έχει ιστορικά συνδεθεί με στρατιωτική παρουσία.
Ωστόσο, στη σύγχρονη παραλία της Μιζένο η στρατιωτική παρουσία δεν σχετίζεται πλέον με στρατιωτικές ασκήσεις ή επιχειρησιακή εκπαίδευση, αλλά με ένα διαφορετικό ζήτημα: την οικονομία της παραλίας. Στις στρατιωτικές οργανωμένες παραλίες, ένα pezzo – δηλαδή μία μονάδα χρήσης, είτε ξαπλώστρα είτε ομπρέλα – κοστίζει περίπου 3 ευρώ, ενώ παρέχεται και δωρεάν χώρος στάθμευσης.
Αντίθετα, στις ιδιωτικές οργανωμένες παραλίες η ίδια υπηρεσία κοστίζει περίπου 7 ευρώ στη χαμηλή περίοδο και έως 10 ευρώ στην υψηλή, χωρίς δωρεάν πάρκινγκ. «Μας ανταγωνίζονται με άνισους όρους», αναφέρει εργαζόμενος σε ιδιωτικό beach bar της περιοχής, υποστηρίζοντας ότι οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα λόγω των χαμηλότερων τιμών και των επιδοτήσεων.
Οι διαχειριστές των στρατιωτικών παραλιών, πάντως, δεν είναι στρατιωτικοί με στολές. Πρόκειται κυρίως για ντόπιους εργαζόμενους που δεν έχουν άμεση σχέση με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Προσφέρουν καφέ σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, ακόμη και 60 λεπτά, ενώ υποστηρίζουν ότι οποιοσδήποτε μπορεί να χρησιμοποιήσει τα εστιατόριά τους, τα οποία λειτουργούν με επιδοτούμενο κόστος. Για τους επικριτές του συστήματος, αυτή η κατάσταση αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα άνισης πρόσβασης στον δημόσιο παράκτιο χώρο.
Λίγο πιο πέρα από τις οργανωμένες εγκαταστάσεις, βρίσκεται η λεγόμενη «ελεύθερη παραλία». Η εικόνα αλλάζει δραματικά. Ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο, κλειδωμένο με αλυσίδες και γεμάτο γκράφιτι, δεσπόζει στον χώρο. Η άμμος είναι διάσπαρτη με πλαστικά καλαμάκια και υγρά μαντηλάκια, δημιουργώντας την εντύπωση ενός σημείου που έχει αφεθεί στην τύχη του.
Οι ιδιοκτήτες οργανωμένων παραλιών χρησιμοποιούν συχνά αυτή την εικόνα ως επιχείρημα υπέρ του μοντέλου τους, υποστηρίζοντας ότι οι δημόσιες παραλίες είναι δύσκολο να διατηρηθούν καθαρές χωρίς οργανωμένη διαχείριση.
Ωστόσο, η ατμόσφαιρα στη συγκεκριμένη παραλία είναι διαφορετική. Αντί για σειρές από απόλυτα ευθυγραμμισμένες ξαπλώστρες, υπάρχουν μικρές παρέες ανθρώπων που κάθονται στην άμμο, συζητούν και ακούν μουσική από φορητά ηχεία. Ένας από τους λουόμενους, ο Μάρκο, εξηγεί ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο θέμα υποδομών αλλά και κουλτούρας. «Πρέπει να δώσουμε μια πολιτισμική μάχη», λέει. «Σε ορισμένες ελεύθερες παραλίες δεν υπάρχει ούτε ένας κάδος και ο κόσμος πετάει αποτσίγαρα και καπάκια από μπουκάλια στην άμμο. Χρειάζεται εκπαίδευση, χρειάζεται περισσότερη κουλτούρα».
Η εκστρατεία Mare Libero και η «απελευθέρωση» των παραλιών
Εδώ και χρόνια, η οργάνωση Mare Libero πραγματοποιεί κινητοποιήσεις, συμβολικές δράσεις και καταλήψεις παραλιών σε περιοχές όπου η πρόσβαση του κοινού περιορίζεται. Μία από τις σημαντικότερες υποθέσεις ήταν η παραλία Donn’Anna, δυτικά της Νάπολης. Η παραλία παρέμενε κλειστή από το 1999, καθώς η είσοδος ελεγχόταν από τον διαχειριστή της οργανωμένης παραλίας Bagno Elena, ο οποίος κρατούσε το κλειδί της πύλης. Οι πολίτες μπορούσαν να έχουν πρόσβαση μόνο αν τους επιτρεπόταν η είσοδος. Ακόμη όμως και όταν κάποιος κατάφερνε να περάσει την πύλη, η εύρεση ελεύθερου χώρου ήταν σχεδόν αδύνατη τους θερινούς μήνες.
Από τα συνολικά 4.490 τετραγωνικά μέτρα της παραλίας, μόλις 290 τετραγωνικά μέτρα θεωρούνταν πραγματικά ελεύθερα για το κοινό. Το παράρτημα της Mare Libero στη Νάπολη ξεκίνησε εκστρατεία για την «απελευθέρωση» της παραλίας, οργανώνοντας καθιστικές διαμαρτυρίες και προσφεύγοντας στη Δικαιοσύνη. Η οργάνωση υποστήριξε ότι η ύπαρξη της πύλης παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών στην πρόσβαση στον αιγιαλό. Η Λιμενική Αρχή της Νάπολης προσέφυγε κατά της απομάκρυνσης της πύλης, όμως η δικαστική μάχη κατέληξε υπέρ της Mare Libero.
Τον Φεβρουάριο του 2026, το Περιφερειακό Διοικητικό Δικαστήριο της Καμπανίας δικαίωσε την οργάνωση και η παραλία Donn’Anna έγινε ξανά ελεύθερα προσβάσιμη. Για τη Mare Libero, η απόφαση αυτή αποτελεί πρότυπο για αντίστοιχες διεκδικήσεις σε ολόκληρη την Ιταλία.
Η σημερινή μορφή των οργανωμένων παραλιών στην Ιταλία δεν δημιουργήθηκε από τη μια ημέρα στην άλλη. Η μεταμόρφωση των bagni από μικρά παραθαλάσσια περίπτερα σε πλήρως οργανωμένα τουριστικά συγκροτήματα χρειάστηκε σχεδόν έναν αιώνα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το ιταλικό κράτος άρχισε να παραχωρεί τμήματα της ακτογραμμής – μέρος της λεγόμενης demanio, δηλαδή της δημόσιας κρατικής περιουσίας – σε ιδιώτες που λειτουργούσαν μικρές επιχειρήσεις δίπλα στη θάλασσα. Εκείνη την εποχή, οι δραστηριότητες ήταν περιορισμένες: πωλούσαν καφέ και λικέρ, ενώ νοίκιαζαν καρέκλες στους λουόμενους.
Οι οργανωμένες παραλίες, ωστόσο, δεν αποτελούσαν προορισμό της αριστοκρατίας ή των εύπορων Ιταλών. Οι οικονομικά ισχυρότερες τάξεις προτιμούσαν τα πολυτελή καφέ στις κεντρικές πλατείες των πόλεων ή τα ιδιωτικά τους σκάφη. Ακόμη και μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι μεγάλες ιταλικές παραλίες δεν είχαν τη σημερινή τουριστική αίγλη. Συνδέονταν περισσότερο με εικόνες εγκατάλειψης και πολέμου: θραύσματα, εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό εξοπλισμό και άγρια τοπία χωρίς οργάνωση.
Ήταν χώροι όπου κυριαρχούσαν η φύση, τα ξεβρασμένα ξύλα, οι μοναχικοί περιπατητές, τα ερωτευμένα ζευγάρια αλλά και άνθρωποι που αναζητούσαν απομόνωση. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε από τη δεκαετία του 1960 και μετά, όταν ο μαζικός τουρισμός άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία στην Ιταλία.
Τα μικρά παραθαλάσσια περίπτερα άρχισαν σταδιακά να εξελίσσονται σε οργανωμένες εγκαταστάσεις. Δημιουργήθηκαν χώροι με ξαπλώστρες, κατασκευάστηκαν ντους και τουαλέτες, εμφανίστηκαν πισίνες, αθλητικές εγκαταστάσεις και εστιατόρια. Στις εκτάσεις πίσω από τις παραλίες, πολλοί επιχειρηματίες δημιούργησαν χώρους στάθμευσης και κάμπινγκ. Ορισμένες από αυτές τις επεκτάσεις πραγματοποιήθηκαν νόμιμα, ενώ άλλες κινήθηκαν σε γκρίζες ζώνες ή ήταν ξεκάθαρα αυθαίρετες.
Το πρόβλημα ενισχύθηκε από το ίδιο το σύστημα παραχώρησης. Οι συμβάσεις εκμετάλλευσης των παραλιών ανανεώνονταν συχνά αυτόματα, χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό ή νέες διαδικασίες επιλογής. Μέχρι το 2020, το ελάχιστο ετήσιο μίσθωμα για μια παραχώρηση παραλίας ανερχόταν μόλις στα 364 ευρώ.
Σύμφωνα με έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ιταλίας για την περίοδο 2016-2020, το ιταλικό κράτος εισέπραττε περίπου 101,7 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο από τις οργανωμένες παραλίες. Το ποσό αυτό θεωρήθηκε ιδιαίτερα χαμηλό, αν συγκριθεί με τα συνολικά έσοδα του κλάδου, τα οποία εκτιμάται ότι κυμαίνονται μεταξύ 7 και 8 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Αυτό ακριβώς αποτελεί και το βασικό σημείο κριτικής προς το σύστημα των λίντο.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι πολλές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επωφελούνται από παλιές προνομιακές ρυθμίσεις που μετέτρεψαν την εκμετάλλευση μιας δημόσιας παραλίας σε εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Πολλά παραλιακά συγκροτήματα πλέον δεν περιορίζονται στην ενοικίαση ξαπλωστρών. Φιλοξενούν γάμους, βαφτίσεις, γενέθλια, πάρτι και εκδηλώσεις αποφοίτησης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αποκαλυφθεί ότι τα έσοδα μιας μόνο βραδιάς ξεπερνούν το ετήσιο ποσό που καταβάλλει η επιχείρηση για την παραχώρηση της παραλίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το μέσο ετήσιο κέρδος μιας οργανωμένης παραλίας ανέρχεται περίπου στις 260.000 ευρώ.
Η σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Οδηγία Μπολκεστάιν
Η κατάσταση αυτή επρόκειτο να αλλάξει το 2006, όταν τέθηκε σε εφαρμογή η περίφημη Οδηγία Μπολκεστάιν της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η οδηγία προέβλεπε ότι οι παραχωρήσεις δημόσιων εκτάσεων, συμπεριλαμβανομένων των παραθαλάσσιων ζωνών, θα έπρεπε να δίνονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα και μέσα από ανοικτές, διαφανείς διαδικασίες διαγωνισμού. Στόχος της ΕΕ ήταν να καταργηθούν πρακτικές που περιόριζαν τον ανταγωνισμό και προστάτευαν επί δεκαετίες τους ίδιους επιχειρηματίες.
Ωστόσο, διαδοχικές ιταλικές κυβερνήσεις απέφυγαν την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, επιλέγοντας συνεχείς παρατάσεις, τις λεγόμενες proroghe. Αρχικά δόθηκαν παρατάσεις έως το 2012, στη συνέχεια έως το 2015 και αργότερα έως το 2020.
Το 2018, η κυβέρνηση συνεργασίας της Λέγκας και του Κινήματος Πέντε Αστέρων ψήφισε νόμο που διατήρησε το υπάρχον καθεστώς, επιτρέποντας τη συνέχιση των παραχωρήσεων έως το 2033. Τα τελευταία χρόνια, το ιταλικό κράτος προσπάθησε να αλλάξει κάπως την ισορροπία. Αύξησε το ελάχιστο ετήσιο μίσθωμα για τις παραχωρήσεις, αρχικά στις 2.500 ευρώ και στη συνέχεια στις 3.225,50 ευρώ.
Παράλληλα, οι οργανωμένες παραλίες επιβαρύνθηκαν με ΦΠΑ 22%, αντί του μειωμένου συντελεστή 10% που ισχύει για άλλες τουριστικές δραστηριότητες. Οι επιχειρήσεις υποχρεώθηκαν επίσης να καταβάλλουν τον φόρο ακίνητης περιουσίας IMU, παρότι δεν είναι ιδιοκτήτες των εκτάσεων στις οποίες δραστηριοποιούνται.
Για τον Ντανίλο Ρουτζιέρο, αυτή η εξέλιξη δημιούργησε ένα ακόμη πρόβλημα νοοτροπίας. «Όσοι διαχειρίζονται παραχωρήσεις παραλιών αρχίζουν να πιστεύουν ότι είναι κατά κάποιον τρόπο ιδιοκτήτες. Και όταν ο “ιδιοκτήτης” βλέπει κάποιον να μπαίνει στον χώρο του, αισθάνεται ότι βλέπει έναν εισβολέα στο ίδιο του το σπίτι», υποστηρίζει.
Η παραλία ως πολιτικό ζήτημα
Η αντιπαράθεση για τις παραλίες στην Ιταλία έχει εξελιχθεί σε ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα. Για την Αριστερά, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα υπεράσπισης της δημόσιας περιουσίας και του δικαιώματος πρόσβασης όλων των πολιτών στη θάλασσα. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης υποστηρίζουν ότι η παραλία δεν μπορεί να μετατραπεί πλήρως σε εμπορικό προϊόν και ότι ακόμη και η σκιά μιας ομπρέλας δεν θα πρέπει να θεωρείται αποκλειστικό προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν.
Για τη Mare Libero, η απελευθέρωση των παραλιών δεν αποτελεί απλώς μια περιβαλλοντική ή αισθητική διεκδίκηση, αλλά μια μάχη κοινωνικών δικαιωμάτων, ισότητας και πρόσβασης στον δημόσιο χώρο. Η ερευνήτρια Κλαρίσα Πίκα υποστηρίζει ότι το ζήτημα αφορά όχι μόνο την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και τη λεγόμενη «χωρική δικαιοσύνη», δηλαδή το ποιος έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί και να απολαμβάνει τον δημόσιο χώρο.
Σύμφωνα με την ίδια, η σύγχρονη συζήτηση θυμίζει την αρχή του ρωμαϊκού δικαίου res communis omnium, σύμφωνα με την οποία ορισμένα αγαθά ανήκουν σε όλους και πρέπει να παραμένουν έξω από την εμπορική εκμετάλλευση.
Η συζήτηση για το μέλλον των ιταλικών παραλιών παραμένει ανοιχτή και ιδιαίτερα φορτισμένη. Παρά τις διαφορετικές απόψεις, το βασικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει η Ιταλία είναι πώς θα ισορροπήσει ανάμεσα στην οικονομική αξία του τουρισμού, την προστασία του περιβάλλοντος και το δικαίωμα των πολιτών να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στον δημόσιο χώρο. Για τον Ντανίλο Ρουτζιέρο της Mare Libero, οι προτάσεις που αφορούν αποζημιώσεις προς τους σημερινούς διαχειριστές των παραλιών αποτελούν ουσιαστικά έναν τρόπο διατήρησης του υπάρχοντος συστήματος. «Η παραχώρηση έχει συγκεκριμένη διάρκεια. Όταν αυτή ολοκληρωθεί και ο επιχειρηματίας έχει αξιοποιήσει πλήρως την επένδυσή του μέχρι το τέλος της περιόδου, γιατί θα πρέπει να αποζημιωθεί;», υποστηρίζει.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «είναι σαν κάποιος να λέει: νοικιάζω ένα σπίτι και μετά ζητώ αποζημίωση. Αποζημίωση για ποιο λόγο;». Ακόμη πιο προβληματική θεωρεί την πρόβλεψη για την εμπειρία των υποψηφίων σε μελλοντικούς διαγωνισμούς παραχώρησης. Σύμφωνα με τον ίδιο, το γεγονός ότι η αγορά των παραλιών παρέμεινε για χρόνια κλειστή είχε ως αποτέλεσμα μόνο όσοι ήδη δραστηριοποιούνταν στον χώρο να μπορούν να εμφανίζονται ως «έμπειροι» διαχειριστές. «Αφού η αγορά έχει παγώσει, ποιος άλλος μπορεί να ισχυριστεί ότι διαθέτει εμπειρία στη λειτουργία παραθαλάσσιων επιχειρήσεων εκτός από αυτούς που τις διαχειρίζονται μέχρι σήμερα;», σημειώνει.
Ο ίδιος περιγράφει τη στάση της ιταλικής πολιτείας ως έναν συμβιβασμό που τελικά προστατεύει το υπάρχον καθεστώς: «Δεν μπορώ να σας δώσω παράταση, αλλά θα φροντίσω να κερδίσετε τους διαγωνισμούς».
Για τον Ρουτζιέρο, αυτή είναι μια χαρακτηριστικά ιταλική λύση σε ένα πρόβλημα που παραμένει άλυτο εδώ και δεκαετίες. Η διαμάχη για τις παραλίες, ωστόσο, δεν αφορά μόνο οικονομικά συμφέροντα και νομικές ρυθμίσεις. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα σχετικά με το ποιος έχει δικαίωμα στον δημόσιο χώρο και ποια θέση έχει η θάλασσα στη σύγχρονη κοινωνία.
Οι οργανωμένες παραλίες αποτελούν για πολλούς Ιταλούς κομμάτι μιας πολιτιστικής παράδοσης που συνδέεται με οικογενειακές αναμνήσεις, σταθερές καλοκαιρινές συνήθειες και μια συγκεκριμένη αντίληψη για την απόλαυση της θάλασσας. Για τους επικριτές του συστήματος, όμως, η παραλία δεν μπορεί να μετατραπεί σε ιδιωτικό προνόμιο λίγων επιχειρήσεων ή σε έναν χώρο όπου η πρόσβαση εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα του καθενός.
Στη Μπακόλι, στη Νάπολη και σε άλλες περιοχές της Ιταλίας, η μάχη για τις παραλίες συνεχίζεται ως μια ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και την αλλαγή. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένα μοντέλο που δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας, στήριξε τον τουρισμό και έγινε μέρος της καθημερινής ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων.
Από την άλλη, ένα κίνημα που υποστηρίζει ότι η ακτογραμμή, ως φυσικό και δημόσιο αγαθό, πρέπει να παραμείνει προσβάσιμη σε όλους. Το μέλλον των ιταλικών παραλιών θα κριθεί από το αν η χώρα θα καταφέρει να βρει μια νέα ισορροπία: ανάμεσα στην οικονομική αξιοποίηση και την προστασία ενός χώρου που, για αιώνες, θεωρείται κοινή κληρονομιά όλων.
Πηγή: The Guardian








