-->
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΘΕΑΤΡΟ

Στην «Άλκηστη» του Δημήτρη Καραντζά ο Θάνατος λέει την αλήθεια

Ο απείθαρχος σκηνοθέτης επιχειρεί να λύσει το αίνιγμα του πιο παράξενου έργου του Ευριπίδη και ρισκάρει. Δεν του βγαίνουν όλες οι ιδέες. Καμία όμως δεν μοιάζει περιττή.

Παρασκευή βράδυ. Πριν καν ξεκινήσει η «Άλκηστις», η Επίδαυρος έχει ήδη αποκτήσει δύο σιωπηλούς κατοίκους. Η Θεοδώρα Τζήμου ως Θάνατος και ο Κώστας Νικούλι ως Απόλλων βρίσκονται από ώρα στην ορχήστρα. Εκείνη, στην κορυφή ενός τεράστιου μαύρου φορέματος. Ό,τι κι αν σχεδιάσει κανείς σε αυτή την αισθητική, θα κουβαλάει μάλλον για πάντα τη σκιά της Björk στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, με εκείνο το ωκεάνιο φόρεμα που δεν άνοιξε ποτέ. Δεμένη με αόρατες —ή μήπως εντελώς ορατές;— κλωστές σε μια αλλόκοτη κατασκευή, με το αιώνιο ερώτημα ποιος σέρνει ποιον, κοιτάζει ευθεία μπροστά. Όταν πρωτοείδα τις φωτογραφίες της παράστασης, το μυαλό μου πήγε στην Συμμαχία των Επαναστατών του Star Wars και στα διαστημόπλοια της που έσκιζαν το γαλαξία. Εδώ, τώρα, μου θυμίζει κάτι άλλο.

Κι απ’ την άλλη εκείνος. Ημίγυμνος, ξαπλωμένος πάνω στη κατασκευή που όσο πέφτει η νύχτα μοιάζει όλο και περισσότερο με γερμένο καράβι, κοιτάζει τον ουρανό. Ένα καράβι που έμοιαζε να έχει προσαράξει αυθαίρετα στο πιο ιερό θεατρικό τοπίο της χώρας. Σαν κάποιος να το έσπρωξε μέσα στην ορχήστρα της Επιδαύρου χωρίς να ζητήσει άδεια από κανέναν. Ορθώς!

Κι όσο ο Θάνατος και ο Απόλλων μένουν ακίνητοι στις θέσεις τους, το κοινό συνεχίζει να ανεβαίνει τον λόφο και να απλώνεται στο κοίλον με τη γνωστή Επιδαύρια συνήθεια. Αρκετοί θεατές πιστεύουν πως η παράσταση θα τους περιμένει. Και συνήθως, κακώς, το κάνει. Οι περισσότεροι, πριν καν βρουν τη θέση τους, κάνουν μια μικρή παράκαμψη για να φωτογραφίσουν από κοντά την ατάραχη, ακίνητη Τζήμου. Ο Απόλλων, λίγο πιο πέρα, εξακολουθεί να κοιτάζει ψηλά. Υποθέτω πως εκείνον τον φωτογραφίζουν από μακριά

Η πρώτη σκηνή ανήκει, όπως είναι φυσικό, σε αυτούς τους δύο. Είναι η πρώτη «Άλκηστις» που βλέπω- όλοι μου έλεγαν για το πόσο ωραία ήταν αυτή της Κατερίνας Ευαγγελάτου το 2019. Δεν την είχα δει. Άρα δεν ήμουν εξοικειωμένος με το παράξενο ύφος της. Μόνο μέσα από τις λέξεις του Ευριπίδη. Ήξερα τα βασικά. Πως δεν είναι ακριβώς τραγωδία, αλλά ούτε και κωμωδία. Ότι είναι το πιο απείθαρχο ίσως έργο του- ένα έργο που αρνείται πεισματικά να ενταχτεί σε οποιαδήποτε κατηγορία, να χωρέσει στο οποιοδήποτε συρτάρι . Ξεκινά σαν οικογενειακό δράμα και, σχεδόν ανεπαίσθητα, μετατρέπεται σε μια μεταφυσική ιστορία για την δύναμη της αγάπης.

Ο Ευριπίδης βάζει την αυτοθυσία κάτω από το μικροσκόπιο. Ο Άδμητος έχει καταφέρει να ξεγελάσει τον θάνατο. Οι θεοί τού δίνουν μια δεύτερη ευκαιρία. Μπορεί να συνεχίσει να ζει, αρκεί κάποιος άλλος να πεθάνει στη θέση του. Ακούγεται σαν δώρο, μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι σχεδόν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει τον λογαριασμό. Ούτε οι γονείς του. Ούτε οι φίλοι του. Κανείς. Εκτός από την Άλκηστη.

Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα για κάθε σκηνοθέτη που πιάνει την Άλκηστη. Να αποφασίσει τι ακριβώς είναι αυτό το έργο. Είναι μια ιστορία για τον έρωτα; Για την ενοχή; Για την ανδρική δειλία; Για τη θέση της γυναίκας μέσα σε μια πατριαρχική κοινωνία; Ή μήπως είναι μια μαύρη κωμωδία για ανθρώπους που διαπραγματεύονται τον θάνατο σαν να πρόκειται για οικογενειακή υποχρέωση; Η μεγαλύτερη δυσκολία βρίσκεται ακριβώς εκεί. Αν η παράσταση γίνει υπερβολικά τραγική, χάνει την ειρωνεία του Ευριπίδη. Αν γίνει υπερβολικά ανάλαφρη, χάνει το υπαρξιακό της βάρος. Και ο Δημήτρης Καραντζάς προσπάθησε να χωθεί κάπου εκεί ανάμεσα, καταφέρνοντας το σε περιπτώσεις και χάνοντας βηματισμό σε άλλες.

Η οσκαρική κατασκευή του σκηνογράφου Κωνσταντίνου Σκουρλέτη μέσα στο σκοτάδι ξεκαθάρισε τις προθέσεις της. Δεν ήρθε από τον ουρανό ούτε από την θάλασσα αλλά από τη γη. Δεν θυμίζει διαστημόπλοιο ούτε καράβι αλλά ένα τεράστιο έγχορδο, ένα σώμα με χορδές που συνδέουν τους ανθρώπους με τον Θάνατο. Ο χορός των δούλων, άντρες και γυναίκες, ξεπροβάλλει μέσα από τα ανοίγματα της κατασκευής σαν να κατοικεί εκεί από πάντα. Δεν είναι πια ένα σκηνικό αντικείμενο. Είναι ένας τόπος. Ένα σώμα που ανασαίνει, γέρνει, μετακινείται αργά, αναγκάζοντας όσους το διασχίζουν να παλεύουν διαρκώς με την ισορροπία τους. Η αστάθεια δεν είναι απλώς σκηνογραφική επιλογή, γίνεται φυσική κατάσταση. Και η εμπλοκή του πλήθους που «κυλά» πάνω σε αυτό με τον Θάνατο δραματουργική αναγκαιότητα.

Η μουσική και οι ηχητικές κατασκευές του εξαιρετικού Παναγιώτη Μανουηλίδη όπως και η κίνηση από τον Τάσο Καραχάλιο είναι από τα πρώτα πράγματα που επιστρέφουν στην μνήμη όταν σκέφτεσαι τι ξεχώρισες. Οι ήχοι και ο τρόπος που τα σώματα τους ακολουθούν και τους μεταφράζουν, λειτουργούν σαν το συνδετικό υλικό της παράστασης. Σε στιγμές  καταφέρνουν να κλέψουν την προσοχή – ειδικά εκεί που οι παρουσίες ψάχνουν να βρουν τον ακριβή ερμηνευτικό στόχο . Να σαρκάσει ή να βυθιστεί σε πένθος; ‘Η και τα δυο μαζί με ένα τρόπο που δύσκολα αποκωδικοποιείται;

Οι παρουσίες πάνω στην κατασκευή – και μπροστά της- συζητήθηκαν και οι αποφάσεις κοινοποιήθηκαν. Ναι η Τζήμου ήταν επιβλητική μέσα στην ατελείωτη ακινησία της- το κοινό  αγάπησε το κουράγιο και την αντοχή της, ναι, ο Ζυγούρης ήταν αστείος περισσότερο από σατυρικός , ναι, ο Νιάρρος μέσα από ελιγμούς και δοκιμές φάνηκε να βρίσκει το ρυθμό της αδιαμφισβήτητης δυναμικής του στο τελευταίο μέρος, ναι, ο Αβαρικιώτης ήταν απολαυστικός σε κάτι που δείχνει να το έχει προσφέρει και παλαιότερα με τον ίδιο τρόπο ή την ίδια… πέρλα, ναι η Μπέζου σχεδίασε τον δικό της ερμηνευτικό πίνακα με περισσευούμενη λιτότητα και καλοσύνη. Ας πούμε όμως και κάτι παραπάνω για τον Υπηρέτη του Αινεία Τσαμάτη. Γιατί εκείνο το βράδυ αν κάτι ξεχώρισε με σιγουριά, φρεσκάδα και ευρηματική ορμητικότητα, ήταν αυτή η παρουσία.

Έχω την αίσθηση πως ο Καραντζάς δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται τόσο για την αναπαράσταση του μύθου, όσο για την θερμοκρασία του. Θυμάμαι πόσο απότομα άλλαξαν όλα όταν εμφανίστηκε ο Ηρακλής. Εισέβαλε γεμάτος όρεξη για ζωή, για φαγητό, για κρασί, για παρέα, σαν να μπήκε κατά λάθος σε άλλη παράσταση. Είναι άλλωστε, μία από τις πιο παράξενες δραματουργικές αποφάσεις στην ιστορία του θεάτρου. Δίπλα στον θρήνο, ο Ευριπίδης βάζει τη γιορτή. Δίπλα στον θάνατο, τη μέθη. Σχεδόν σε προκαλεί να γελάσεις τη στιγμή που δεν επιτρέπεται. Και ο Καραντζάς δεν προσπάθησε να εξηγήσει αυτή την αντίφαση. Απλώς την έδειξε, την άφησε να υπάρχει. Σαν να είναι αυτό η ιδέα του για τη ζωή. Ότι το γελοίο και το τραγικό δεν βρίσκονται ποτέ πραγματικά σε ξεχωριστούς κόσμους.

Όταν ο Ηρακλής κατεβαίνει να παλέψει με τον Θάνατο και επιστρέφει κρατώντας από το χέρι τη σιωπηλή Άλκηστη- εδώ χωρίς πέπλο, δεν αισθάνεσαι ότι βλέπεις μια λύτρωση, αλλά μια επιστροφή. Και οι επιστροφές δεν σβήνουν ποτέ αυτό που έχει προηγηθεί. Το ζευγάρι θα ενωθεί ακόμη και μέσα στη σιωπή και οι χορδές θα επαναφέρουν κάπως ασύνδετα και γρήγορα, τον Θάνατο- Τζήμου στην σκηνή.

«Όλα είναι η βία» θα πει για να κλείσει αυτή την ιστορία και όσο εύκολο ή κλισέ ακούγεται αυτό, τελικά λειτουργεί. Μέρες μετά είναι το πρώτο που σκέφτομαι όταν θυμάμαι την παράσταση. Η αλήθεια, θέλεις δεν θέλεις, πάντα λειτουργεί.

popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
ΜΗΤ
Αριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ 242199
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.